Καύσωνας: Γιατί η υγρασία κάνει τη ζέστη πιο επικίνδυνη - Τι είναι η θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης
Πώς εξηγείται το φαινόμενο
Η θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης είναι ένα μέτρο της θερμότητας και της υγρασίας μαζί - Αντιπροσωπεύει τη χαμηλότερη θερμοκρασία που μπορεί να φτάσει το σώμα μέσω της ψύξης του σώματος μέσω της εξάτμισης του ιδρώτα από το δέρμα
Κατά τη διάρκεια καύσωνα συνιστάται η παραμονή σε δροσερό περιβάλλον, η κατανάλωση υγρών, η αποφυγή έντονης δραστηριότητας και η άμεση αναζήτηση βοήθειας σε περίπτωση σοβαρών συμπτωμάτων. Η υψηλή θερμοκρασία γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη όταν συνοδεύεται από αυξημένη υγρασία. Ενώ η ζέστη ανεβάζει τη θερμοκρασία του σώματος, η υγρασία εμποδίζει την αποτελεσματική εξάτμιση του ιδρώτα. Επειδή η εξάτμιση του ιδρώτα αποτελεί τον βασικό μηχανισμό με τον οποίο το σώμα αποβάλλει τη θερμότητα, η λεγόμενη «υγρή ζέστη» μπορεί να οδηγήσει πολύ πιο γρήγορα σε θερμική εξάντληση ή ακόμη και σε θερμοπληξία σε σύγκριση με την «ξηρή ζέστη».
Αυτό έχει σημασία επειδή η εφίδρωση λειτουργεί μόνο όταν ο ιδρώτας μπορεί να εξατμιστεί. Όταν η υγρασία στην ατμόσφαιρα είναι υψηλή, ο ιδρώτας εξατμίζεται με πιο αργό ρυθμό, παραμένει περισσότερο στο δέρμα και άρα το δέρμα ψύχεται με εξίσου μεγαλύτερη καθυστέρηση. Έτσι, η θερμότητα συσσωρεύεται εσωτερικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης και θερμοπληξίας.
Υπό κανονικές συνθήκες, η θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης είναι χαμηλότερη από τη θερμοκρασία του αέρα. Αλλά καθώς η υγρασία αυξάνεται, αυτό το χάσμα μειώνεται. Οι ειδικοί προσδιορίζουν την επικίνδυνη μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης στους 25°C και πάνω. Αυτό σημαίνει ότι ο συνδυασμός θερμοκρασίας και υγρασίας επιτρέπει στο σώμα να πέσει το πολύ μέχρι τους 25°C μέσω της εξάτμισης του ιδρώτα.
Από αυτό το επίπεδο και πάνω πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ασθενειών που σχετίζονται με τη θερμότητα, ειδικά οι ηλικιωμένοι και τα άτομα χωρίς πρόσβαση σε ψύξη (π.χ. αίθουσες με κλιματισμό).
Καθώς η εσωτερική θερμοκρασία αυξάνεται, η καρδιά εργάζεται σκληρότερα για να μετακινήσει το αίμα προς το δέρμα για ψύξη. Η εφίδρωση αυξάνει την απώλεια υγρών και αλάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση, ζάλη, κράμπες, πονοκέφαλο, ναυτία, ταχυπαλμία και κόπωση.
Η υψηλή υγρασία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη τη νύχτα, επειδή το σώμα μπορεί να μην έχει αρκετό χρόνο για να κρυώσει πριν από την επόμενη ζεστή μέρα.
Για κάθε 0,56°C θέρμανσης, ο αέρας μπορεί να συγκρατήσει 4% περισσότερη υγρασία. Ο πλανήτης έχει ήδη θερμανθεί 1,2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και βλέπουμε την επακόλουθη αύξηση της συχνότητας και της έντασης της υγρής θερμότητας.
Καθώς οι θερμοκρασίες συνεχίζουν να αυξάνονται, η έκθεση σε ακραία υγρή ζέστη είναι πιθανό να αυξηθεί περαιτέρω, ειδικά στις πυκνοκατοικημένες τροπικές περιοχές και στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη.
Μια μελέτη στο Envirenmental Research διαπίστωσε ότι η κλιματική αλλαγή πρόσθεσε περίπου 3 εβδομάδες επικίνδυνων ημερών με υγρασία και ζέστη παγκοσμίως μόνο μέσα στο 2024.
Τι είναι η θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης
Η θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης (wet-bulb temperature) είναι ένα μέτρο της θερμότητας και της υγρασίας μαζί. Αντιπροσωπεύει τη χαμηλότερη θερμοκρασία που μπορεί να φτάσει το σώμα μέσω της ψύξης του σώματος μέσω της εξάτμισης του ιδρώτα από το δέρμα.Αυτό έχει σημασία επειδή η εφίδρωση λειτουργεί μόνο όταν ο ιδρώτας μπορεί να εξατμιστεί. Όταν η υγρασία στην ατμόσφαιρα είναι υψηλή, ο ιδρώτας εξατμίζεται με πιο αργό ρυθμό, παραμένει περισσότερο στο δέρμα και άρα το δέρμα ψύχεται με εξίσου μεγαλύτερη καθυστέρηση. Έτσι, η θερμότητα συσσωρεύεται εσωτερικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης και θερμοπληξίας.
Υπό κανονικές συνθήκες, η θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης είναι χαμηλότερη από τη θερμοκρασία του αέρα. Αλλά καθώς η υγρασία αυξάνεται, αυτό το χάσμα μειώνεται. Οι ειδικοί προσδιορίζουν την επικίνδυνη μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία ψύξης-εξάτμισης στους 25°C και πάνω. Αυτό σημαίνει ότι ο συνδυασμός θερμοκρασίας και υγρασίας επιτρέπει στο σώμα να πέσει το πολύ μέχρι τους 25°C μέσω της εξάτμισης του ιδρώτα.
Από αυτό το επίπεδο και πάνω πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ασθενειών που σχετίζονται με τη θερμότητα, ειδικά οι ηλικιωμένοι και τα άτομα χωρίς πρόσβαση σε ψύξη (π.χ. αίθουσες με κλιματισμό).
Γιατί η υγρασία κάνει τη ζέστη πιο επικίνδυνη
Όταν ο αέρας είναι κορεσμένος από υγρασία, ο ιδρώτας παραμένει στο δέρμα αντί να εξατμίζεται αποτελεσματικά. Το σώμα στη συνέχεια αποθηκεύει περισσότερη θερμότητα.Καθώς η εσωτερική θερμοκρασία αυξάνεται, η καρδιά εργάζεται σκληρότερα για να μετακινήσει το αίμα προς το δέρμα για ψύξη. Η εφίδρωση αυξάνει την απώλεια υγρών και αλάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση, ζάλη, κράμπες, πονοκέφαλο, ναυτία, ταχυπαλμία και κόπωση.
Η υψηλή υγρασία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη τη νύχτα, επειδή το σώμα μπορεί να μην έχει αρκετό χρόνο για να κρυώσει πριν από την επόμενη ζεστή μέρα.
Για κάθε 0,56°C θέρμανσης, ο αέρας μπορεί να συγκρατήσει 4% περισσότερη υγρασία. Ο πλανήτης έχει ήδη θερμανθεί 1,2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και βλέπουμε την επακόλουθη αύξηση της συχνότητας και της έντασης της υγρής θερμότητας.
Καθώς οι θερμοκρασίες συνεχίζουν να αυξάνονται, η έκθεση σε ακραία υγρή ζέστη είναι πιθανό να αυξηθεί περαιτέρω, ειδικά στις πυκνοκατοικημένες τροπικές περιοχές και στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη.
Μια μελέτη στο Envirenmental Research διαπίστωσε ότι η κλιματική αλλαγή πρόσθεσε περίπου 3 εβδομάδες επικίνδυνων ημερών με υγρασία και ζέστη παγκοσμίως μόνο μέσα στο 2024.
En