Μάτι, οκτώ χρόνια μετά: Οι στάχτες έφυγαν, αλλά οι πληγές δεν έκλεισαν ποτέ - Η πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών μιλά στο parapolitika.gr
"Δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη"
Οι συγγενείς των θυμάτων και οι εγκαυματίες εξακολουθούν να αναζητούν την αλήθεια, να διεκδικούν δικαιοσύνη και να αγωνίζονται ακόμη και για όσα θεωρούν αυτονόητα, 8 χρόνια μετά την τραγωδία στο Μάτι
Άλλοι δεν πρόλαβαν ή δεν μπορούσαν να φύγουν από τα σπίτια τους. Άλλοι εγκλωβίστηκαν μέσα στα οχήματά τους, αναζητώντας μια έξοδο που δεν βρήκαν ποτέ. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν την περιοχή διοχετεύθηκαν προς το Μάτι, όταν η κυκλοφορία διακόπηκε στη λεωφόρο Μαραθώνος, και βρέθηκαν παγιδευμένοι μέσα σε στενούς δρόμους, μαζί με κατοίκους και παραθεριστές που έτρεχαν χωρίς ενημέρωση και χωρίς καθοδήγηση.
Οικογένειες χωρίστηκαν μέσα στον πυκνό καπνό. Κάτοικοι χτυπούσαν πόρτες για να ειδοποιήσουν ηλικιωμένους και γείτονες. Άνθρωποι κατευθύνονταν προς τη θάλασσα χωρίς να γνωρίζουν εάν θα κατάφερναν να φτάσουν σε αυτήν. Κάποιοι αναγκάστηκαν να πηδήξουν από βράχια, κυνηγημένοι από τις φλόγες. Άλλοι έπεσαν στο νερό και παρέμειναν εκεί για ώρες, εξαντλημένοι και τραυματισμένοι, περιμένοντας βοήθεια μέσα στο σκοτάδι.
Δεν τα κατάφεραν όλοι. Κάποιοι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να απομακρυνθούν από την πύρινη λαίλαπα. Άλλοι έχασαν τη ζωή τους λίγα μόλις μέτρα από τη θάλασσα. Στο οικόπεδο της οδού Δημοκρατίας εντοπίστηκαν δεκάδες άνθρωποι αγκαλιασμένοι, έχοντας προσπαθήσει μέχρι την τελευταία στιγμή να φτάσουν στην ακτή.
Το επόμενο πρωί, σωστικά συνεργεία, συγγενείς, κάτοικοι και δημοσιογράφοι αντίκρισαν απόκοσμες εικόνες που δύσκολα μπορούσαν να χωρέσουν στον ανθρώπινο νου. Καμένα σπίτια, λιωμένα αυτοκίνητα, δρόμους σκεπασμένους με στάχτες και προσωπικά αντικείμενα εγκαταλελειμμένα εκεί όπου άνθρωποι είχαν δώσει την τελευταία μάχη για τη ζωή τους.
Τότε άρχισε να αποκαλύπτεται το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής. Τις ημέρες και τους μήνες που ακολούθησαν έγιναν γνωστές πολλές σπαρακτικές ιστορίες. Ιστορίες ανθρώπων που κοιμούνταν και, επειδή δεν υπήρξε έγκαιρη προειδοποίηση, δεν πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους. Οδηγών που δεν είχαν καμία σχέση με το Μάτι, αλλά βρέθηκαν παγιδευμένοι μέσα στο πύρινο μέτωπο. Επιζώντων που χρειάστηκε να κολυμπήσουν για ώρες, αλλά και εγκαυματιών που σώθηκαν, όμως εξακολουθούν μέχρι σήμερα να βρίσκονται σε μια διαρκή διαδικασία σωματικής και ψυχικής αποκατάστασης.
Η φωτιά άφησε πίσω της τουλάχιστον 104 νεκρούς και 57 εγκαυματίες και αμέτρητες ζωές διαλυμένες. Το «γιατί» που σχηματίστηκε στα χείλη των συγγενών και των επιζώντων, για τα λάθη, τις παραλείψεις, την απουσία ενημέρωσης και τον αποσυντονισμό του κρατικού μηχανισμού, δεν έσβησε ποτέ. Οκτώ χρόνια αργότερα, οι πληγές παραμένουν ανοιχτές. Οι συγγενείς των θυμάτων και οι εγκαυματίες εξακολουθούν να αναζητούν την αλήθεια, να διεκδικούν δικαιοσύνη και να αγωνίζονται ακόμη και για όσα θεωρούν αυτονόητα: την προστασία της μνήμης και της αξιοπρέπειας των νεκρών, τη φροντίδα των ζωντανών θυμάτων και την πλήρη διερεύνηση όλων όσων συνέβησαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την καταστροφή.
Μάτι: Η προσφυγή στον Άρειο Πάγο για τον ομαδικό τάφο στη Νέα Μάκρη
Λίγες ημέρες πριν από τη συμπλήρωση οκτώ ετών από την τραγωδία, ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 προσέφυγε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας ποινική διερεύνηση για τον χώρο ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο Νέας Μάκρης, καθώς και για τις διαδικασίες καταγραφής, ταυτοποίησης, παράδοσης και ταφής των θυμάτων.Η αναφορά κατατέθηκε τη Δευτέρα 20 Ιουλίου και συνοδεύεται από φάκελο με επίσημα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία. Με αυτή ζητείται να διερευνηθεί εάν τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες και εάν προκύπτουν ποινικές ή άλλες ευθύνες.
Μιλώντας στο parapolitika.gr, η πρόεδρος του ΣυλλόγουΣυγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική, Κάλλι Αναγνώστου, εξηγεί ότι στόχος είναι να αποσαφηνιστούν όλα όσα, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, παραμένουν ακόμη σκοτεινά. «Περιμένουμε να αποσαφηνιστούν όλα όσα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μέχρι τώρα, τουλάχιστον με βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα αυτή τη στιγμή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο χώρος ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο Νέας Μάκρης. Ο Σύλλογος ζητά να διακριβωθεί τι ακριβώς έχει ενταφιαστεί εκεί και εάν πρόκειται για αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείμματα ή ακόμη και για υπολείμματα ήδη ταυτοποιημένων θυμάτων.
«Είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα και προσπαθούμε να το χειριστούμε με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή. Από τα στοιχεία που έχουμε και προσκομίσαμε στην Εισαγγελία, προκύπτει ότι υπάρχουν υπολείμματα αταυτοποίητων προσώπων», σημειώνει.
Ερωτηθείσα εάν μπορεί να γίνεται λόγος για 16 αταυτοποίητα πρόσωπα, απαντά με επιφύλαξη, τονίζοντας ότι πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η διερεύνηση. «Εάν αυτά που έχουμε στα στοιχεία διακριβωθεί ότι είναι όπως τα έχουμε δει, τότε ναι, είναι 16. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι ποιοι περιλαμβάνονται σε αυτά», επισημαίνει. Ένα από τα ερωτήματα αφορά τη γυναίκα που εντοπίστηκε στη θάλασσα μετά την πυρκαγιά, μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο Σχιστού και ενταφιάστηκε ύστερα από σημαντικό χρονικό διάστημα.«Δεν γνωρίζουμε εάν μέσα σε αυτά περιλαμβάνεται η σορός της γυναίκας που βρέθηκε στη θάλασσα ή εάν πρόκειται για ακόμη ένα θύμα», εξηγεί.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται ορισμένα από τα υπολείμματα να συνδέονται με ανθρώπους των οποίων οι σοροί είχαν ήδη θεωρηθεί ταυτοποιημένες. «Υπάρχει δυστυχώς και αυτή η πιθανότητα. Θέλουμε να βρούμε την ταυτότητα αυτών των ανθρώπων, να δούμε ποιοι είναι και να εξεταστεί εάν υπάρχει σύνδεση και με ταυτοποιημένα θύματα», τονίζει.
"Το έγκαυμα δεν επουλώνεται ποτέ πλήρως"
Η κ. Αναγνώστου μιλά όχι μόνο ως πρόεδρος του Συλλόγου, αλλά και ως μία από τους ανθρώπους που επέζησαν με σοβαρά εγκαύματα. «Υπάρχουν πολύ σημαντικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουμε και σήμερα, οκτώ χρόνια μετά. Το έγκαυμα δεν θεραπεύεται, ειδικά όταν μιλάμε για βαριά εγκαύματα. Δεν αποκαθίσταται πλήρως», διευκρινίζει. Όπως εξηγεί, ο αγώνας των εγκαυματιών δεν αφορά πλέον την πλήρη αποκατάσταση, αλλά τη διατήρηση της κατάστασής τους και την αποτροπή περαιτέρω επιδείνωσης. «Προσπαθούμε να συντηρούμε την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, ώστε να μη δυσχεραίνεται. Υπάρχει πόνος, υπάρχει καύσος, υπάρχει κνησμός, νευρολογικά και δερματολογικά προβλήματα».
Στο ερώτημα εάν υπάρχει ουσιαστική στήριξη, η απάντησή της είναι κατηγορηματική.«Όχι. Και είναι τραγικό ότι οκτώ χρόνια μετά συνεχίζουμε να προσπαθούμε για τα αυτονόητα». Σύμφωνα με την κ. Αναγνώστου, ο αγώνας αυτός αφορά τόσο τους νεκρούς όσο και τα ζωντανά θύματα.«Επί οκτώ χρόνια συγγενείς θανόντων και εγκαυματίες προσπαθούμε για οτιδήποτε είναι αυτονόητο. Είτε έχει να κάνει με την απόδοση της αλήθειας για τα νεκρά θύματα είτε με την απόδοση της αλήθειας για τα ζωντανά θύματα, είτε με την προστασία της τιμής και της ζωής και των μεν και των δε».
"Δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη"
Η θέση της κ. Αναγνώστου είναι ξεκάθαρη.«Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για δικαιοσύνη».Όσοι βρέθηκαν στο επίκεντρο της πυρκαγιάς, όπως λέει, γνωρίζουν τι συνέβη και εξακολουθούν να ζουν με τις συνέπειες των πράξεων και των παραλείψεων εκείνης της ημέρας.«Οι επιπτώσεις δεν καθόρισαν μόνο το πώς φτάσαμε να καούμε, αλλά και το πώς μετά από αυτό πρέπει να ζούμε. Καθορίζουν και τις ευθύνες του κράτους», σημειώνει.
Κατά την ίδια, δεν μπορεί να υπάρξει δικαίωση όσο το κράτος δεν αναγνωρίζει πλήρως όσα συνέβησαν. «Όταν το κράτος δεν έχει αναγνωρίσει τι έχει συμβεί και συνεχίζει να μιλά ακόμη και με ψέματα για τις συνθήκες, όχι, δεν είμαστε δικαιωμένοι». Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι ο αγώνας δεν πηγάζει από εκδικητικότητα. «Δεν το λέω με αίσθημα οργής ή εκδίκησης. Είναι κοινή λογική. Όταν δεν αναγνωρίζεις τα λάθη σου, δεν τα διορθώνεις. Δεν διορθώνεται τίποτα όταν το κρύβεις κάτω από το χαλί».
"Δεν ήταν ακραίο φαινόμενο"
Η κ. Αναγνώστου απορρίπτει κατηγορηματικά το αφήγημα ότι η τραγωδία ήταν αποτέλεσμα ενός ακραίου και μη διαχειρίσιμου φυσικού φαινομένου. «Δεν ήταν ούτε η άναρχη δόμηση, ούτε οι ακραίοι άνεμοι, ούτε κάτι άλλο ακραίο που οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα. Ήταν η αδράνεια, οι λανθασμένες ενέργειες και η έλλειψη των ενεργειών που έπρεπε να γίνουν», υποστηρίζει, υπογραμμίζοντας πως η φωτιά ξεκίνησε περίπου στις 16:20 και υπήρχε κρίσιμος χρόνος για ενημέρωση και επέμβαση. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την εκκένωση των κατασκηνώσεων στον Άγιο Ανδρέα, από όπου απομακρύνθηκαν εγκαίρως περισσότεροι από 600 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους παιδιά. «Είδαν τη φωτιά, ζήτησαν να γίνει εκκένωση και μέσα σε περίπου μία ώρα είχαν εκκενωθεί οι κατασκηνώσεις. Στο ίδιο διάστημα, όμως, κανείς δεν σκέφτηκε να ενημερώσει εμάς», αναφέρει.Κατά την ίδια, οι κάτοικοι πίστεψαν ότι η φωτιά εμφανίστηκε ξαφνικά επειδή δεν είχαν καμία γνώση για την πορεία της. «Αν ξέραμε ότι η φωτιά είχε ξεκινήσει από τις 16:20 και κατευθυνόταν προς την περιοχή, θα είχαμε κινηθεί εντελώς διαφορετικά».
Η διοχέτευση των οδηγών προς το Μάτι
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη διαχείριση της κυκλοφορίας στη λεωφόρο Μαραθώνος. Όπως υποστηρίζει, η Αστυνομία δεν είχε λάβει την ενημέρωση που όφειλε για την κατεύθυνση της πυρκαγιάς και, προσπαθώντας να αδειάσει τη λεωφόρο, διοχέτευσε μεγάλο αριθμό οδηγών προς το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι. «Πήραν όλο τον κόσμο μέσα από το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι και όλοι διασταυρώθηκαν στα ίδια σημεία. Δεν εγκλωβίστηκε ο κόσμος επειδή έφταιγε η περιοχή. Εγκλωβίστηκε επειδή βρέθηκε ξαφνικά ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων μέσα στην ίδια περιοχή». Πολλοί από αυτούς, όπως λέει, δεν γνώριζαν ούτε τα στενά ούτε τις εξόδους προς τη θάλασσα.Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή
Παρά την εντύπωση που μπορεί να έχει δημιουργηθεί, η υπόθεση δεν έχει κλείσει δικαστικά. Όπως λέει η κ. Αναγνώστου, στις 16 Σεπτεμβρίου αναμένεται να συζητηθούν στο Εφετείο Αθηνών αιτήματα καταδικασθέντων για αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου. Παράλληλα, στις 11 Νοεμβρίου έχει προσδιοριστεί νέα δικαστική διαδικασία που αφορά εγκαυματίες, ενώ πλέον εκκρεμεί και η διερεύνηση της αναφοράς στον Άρειο Πάγο. «Η υπόθεση δεν έχει κλείσει ούτε δικαστικά ούτε σε πραγματικό επίπεδο για εμάς, γιατί οι νεκροί μας δεν επιστρέφουν και κανένας από εμάς δεν επανέρχεται στην προηγούμενη ζωή του», αναφέρει.«Δεν έχει κλείσει ούτε ηθικά η υπόθεση. Οκτώ χρόνια μετά, αναγκαζόμαστε να επιστρέφουμε στα ίδια και στα ίδια, σε πράγματα που θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί από τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Αναγκαζόμαστε να κάνουμε εμείς όσα θα έπρεπε να κάνουν εκείνοι. Κι αυτό αφορά ολόκληρη την κοινωνία», καταλήγει η κ. Αναγνώστου, τονίζοντας πως ο καθένας από εμάς μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί στη θέση των ανθρώπων στο Μάτι, στη Μάνδρα, στα Τέμπη.
En