Το ΚΥΣΕΑ, στη σημερινή του συνεδρίαση ανάβει «πράσινο φως» στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζοντας τα πάντα στη γεωστρατηγική κάλυψη του ελληνικού χώρου και επανακαθορίζοντας την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επίσημη έγκριση ουσιαστικά σφραγίζει το πέρασμα των Ενόπλων Δυνάμεων στη νεότερη εποχή της πολυεπίπεδης αεράμυνας με στόχο τη μετατροπή του ελληνικού εναέριου χώρου, από τον Έβρο έως το Καστελλόριζο και την Κρήτη, σε αδιαπέραστη ζώνη απέναντι σε κάθε απειλή.

Με την υλοποίηση του όλου σχεδιασμού και με το νέο μοντέλο της αεράμυνας να είναι σύντομα επιχειρησιακό, η Ελλάδα αναβαθμίζει τον ρόλο της εντός του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ευρύτερα στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης. Και αυτό καθώς η απόκτηση μιας τόσο προηγμένης αρχιτεκτονικής αεράμυνας τη μετατρέπει σε σταθερό πυλώνα ασφάλειας για ολόκληρη τη Λεκάνη της Μεσογείου, ικανή να προστατεύσει όχι μόνο την επικράτειά της, αλλά και κρίσιμες ευρωπαϊκές ενεργειακές διαδρομές. Υπό αυτή την έννοια η συγκρότηση ενός τόσο εξελιγμένου αντιαεροπορικού θόλου έχει σαφές αποτύπωμα στο γεωπολιτικό πεδίο σε μια συγκυρία μεγάλων ανατροπών και ανακατατάξεων.

Για δεκαετίες, η αντιαεροπορική άμυνα στηριζόταν σε μια σειρά από αυτοτελή συστήματα διαφορετικών γενεών και προελεύσεων. Συστήματα όπως οι αμερικανικοί Patriot, παρείχαν κάλυψη σε συγκεκριμένο εύρος. Η ραγδαία εξέλιξη όμως των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), καθώς και η απειλή των βαλλιστικών πυραύλων κατέστησαν αυτό το παραδοσιακό μοντέλο ανεπαρκές. Αποδείχθηκε στα μέτωπα της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής όπου η μαζική χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), πυραύλων cruise και βαλλιστικών πυραύλων άλλαξε ριζικά το πολεμικό δόγμα.

Πώς θα λειτουργεί η "Ασπίδα του Αχιλλέα"

Η «Ασπίδα» ουσιαστικά θα λειτουργεί σε τρία επίπεδα. Το πρώτο θα αφορά την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων και μεγάλων υψομέτρων από αναβαθμισμένα συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, τα οποία είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν βαλλιστικές απειλές και μαχητικά αεροσκάφη πριν αυτά πλησιάσουν. Στο δεύτερο επίπεδο, συστοιχίες αναλαμβάνουν την προστασία κρίσιμων υποδομών, στρατιωτικών σχηματισμών και αστικών κέντρων, παρέχοντας ευελιξία και ταχεία αναδιάταξη. Εξίσου κρίσιμο όμως, είναι και το τρίτο επίπεδο που αφορά τα drones, καθώς η κύρια πρόκληση στον σύγχρονο πόλεμο είναι η αναχαίτηση των δεκάδων ή εκατοντάδων φθηνών αεροχημάτων. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάστηκε για να δώσει απάντηση και σε αυτήν την απειλή και αντιπροσωπεύει τη μετάβαση στην εποχή των έξυπνων, διασυνδεδεμένων και ολιστικών αμυντικών συστημάτων σηματοδοτώντας μια ιστορική μετατόπιση στο αμυντικό δόγμα.

"Κλειδί" η διασυνδεσιμότητα

Το σημαντικότερο στοιχείο του νέου ελληνικού θόλου δεν είναι μόνο τα νέα αντιαεροπορικά συστήματα καθαυτά, αλλά η διασυνδεσιμότητα. Ραντάρ επιφανείας, ιπτάμενα ραντάρ (AEW&C), αισθητήρες των φρεγατών FDI (Belharra) και των μαχητικών F-35 και Rafale τροφοδοτούν σε πραγματικό χρόνο μια κοινή επιχειρησιακή εικόνα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι όλα τα μέσα αναγνώρισης και κατάρριψης συνδέονται σε ένα κοινό ψηφιακό σύστημα που επιτρέπει την αυτόματη επιλογή για την κατάρριψη κάθε απειλής. Αν ένας αισθητήρας εντοπίσει κάποιον εχθρικό στόχο, η πληροφορία μεταδίδεται ακαριαία σε μια μονάδα επιφανείας στο Αιγαίο ή σε μια συστοιχία στην Κρήτη ή σε κάποιο απομακρυσμένο νησί.

Κομβικής σημασίας η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών

Ενσωματώνει επίσης, προηγμένους σταθμούς ηλεκτρονικού πολέμου, συστήματα laser, φθηνής αξίας αντιαεροπορικά βλήματα, συστήματα κατευθυνόμενης ενέργειας διατηρώντας τους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς υψηλής αξίας για μεγάλους στόχους (μαχητικά, βαλλιστικούς πυραύλους). Με αυτόν τον τρόπο, ένα εχθρικό drone μπορεί να εξουδετερωθεί ηλεκτρονικά ή με ελάχιστο κόστος, μέσω πάμφθηνων βλημάτων, χωρίς να απαιτείται η εκτόξευση κάποιου ακριβού αντιαεροπορικού πυραύλου. Το ΚΥΣΕΑ αναμένεται να εγκρίνει την προμήθεια μη επανδρωμένων συστημάτων επιτήρησης Heron της ισραηλινής Israel Aerospace Industries (IAI), V-BAT της αμερικανικής Shield AI, των μεταφορικών αεροσκαφών C-390 Millennium της βραζιλιάνικης Embraer. Και ακόμη δέκα υποβρύχια οχήματα SUPER VICTA της βρετανικής SubSea Craft, κόστους 145.000.000 ευρώ και 3.500 διόπτρες νυκτερινής παρατήρησης, κόστους 76.000.000 ευρώ. Το συνολικό κόστος του όλου προγράμματος εκτιμάται ότι θα υπερβεί τα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η ελληνική συμμετοχή εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 25%. Η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών θεωρείται κομβικής σημασίας για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την τόνωση της εθνικής οικονομίας.