Mια εξαιρετικά ανησυχητική εικόνα για το φυσικό περιβάλλον της ∆υτικής Αττικής αποτυπώνουν οι επικαιροποιηµένες εκτιµήσεις του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Από το 2017 έως και τις 4 Αυγούστου 2026, έξι µεγάλες πυρκαγιές έχουν κάψει περισσότερα από 430.000 στρέµµατα στην Περιφερειακή Ενότητα ∆υτικής Αττικής, σύµφωνα µε τις αναφορές από την Υπηρεσία Ταχείας Χαρτογράφησης Copernicus και το Ευρωπαϊκό Σύστηµα Πληροφόρησης για τις ∆ασικές Πυρκαγιές (EFFIS). Η συνολική επιφάνεια της ∆υτικής Αττικής ανέρχεται περίπου σε ένα εκατοµµύριο στρέµµατα, γεγονός που σηµαίνει ότι µέσα σε µία δεκαετία έχει καεί το 43% της συνολικής της έκτασης.

Διαβάστε: Φωτιές: Οι εμπειρίες Ελλήνων και Γάλλων πυροσβεστών από τα πύρινα μέτωπα - "Δεν είχα δει ποτέ τέτοιο άνεμο"

Ακόµα πιο δραµατική είναι η εικόνα στις δασικές εκτάσεις: από τα περίπου 590.000 στρέµµατα δάσους και δασικών περιοχών, έχουν καεί περίπου 375.000 στρέµµατα, δηλαδή το 64%. Σε επίπεδο Αττικής, τα αντίστοιχα στοιχεία δείχνουν ότι από το 2017 έως και τις 3 Αυγούστου 2026 δεκαπέντε µεγάλες πυρκαγιές έχουν κάψει περισσότερα από 800.000 στρέµµατα. Από τα περίπου 1.230.000 στρέµµατα δασικών εκτάσεων, έχουν χαθεί περίπου 512.000 στρέµµατα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 42% του δασικού πλούτου της ηπειρωτικής Αττικής. Οι αριθµοί αυτοί δεν αποτυπώνουν µόνο το µέγεθος της καταστροφής. Θέτουν µε ακόµα µεγαλύτερη ένταση το ερώτηµα για το τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα, τόσο για την αποκατάσταση των καµένων εκτάσεων όσο και για τη συνολική αλλαγή του µοντέλου δασοπροστασίας. Ο δασολόγος-περιβαλλοντολόγος δρ Ελευθέριος Σταµατόπουλος εξηγεί στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» ότι η επόµενη ηµέρα δεν αρχίζει µήνες µετά τη φωτιά, αλλά αµέσως µόλις ολοκληρωθεί η κατάσβεση.


Θωράκιση του εδάφους

«Τα πρώτα που κάνουµε έπειτα από µια δασική πυρκαγιά είναι τα αντιδιαβρωτικά έργα», τονίζει. Οι παρεµβάσεις αυτές δεν πραγµατοποιούνται σε ολόκληρη την καµένη έκταση, αλλά κυρίως σε σηµεία µε µεγαλύτερες κλίσεις ή σε εδάφη που κινδυνεύουν περισσότερο να παρασυρθούν από τις πρώτες ισχυρές βροχοπτώσεις. Οπως εξηγεί, το έδαφος αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να επιστρέψει το δάσος. «Το έδαφος είναι η παρακαταθήκη µας για να γίνει η επανίδρυση του δάσους. Αν διαβρωθεί, δεν µπορούµε να κάνουµε αυτή την επανίδρυση», επισηµαίνει. Στις καµένες πλαγιές τοποθετούνται κορµοδέµατα, δηλαδή κορµοί από τα καµένα δέντρα, που τοποθετούνται παράλληλα προς τις ισοϋψείς καµπύλες. Με τον τρόπο αυτό συγκρατείται το χώµα, µειώνεται η ταχύτητα της απορροής και δηµιουργούνται µικρά σηµεία συσσώρευσης οργανικής ύλης και σπόρων. Η παρέµβαση είναι κρίσιµη, ιδιαίτερα όταν πάνω ή κάτω από την καµένη πλαγιά υπάρχουν οικισµοί, δρόµοι ή άλλες υποδοµές. Αν το χώµα παρασυρθεί, δεν χάνεται µόνο η δυνατότητα αναγέννησης του δάσους, αλλά αυξάνεται και ο κίνδυνος πληµµυρών και κατολισθήσεων.

Ξυλοφράγματα πριν από τις βροχοπτώσεις

Ταυτόχρονα, στις υδρολογικές λεκάνες κατασκευάζονται ξυλοφράγµατα, τα οποία πρέπει να ολοκληρώνονται γρήγορα, πριν από την εκδήλωση έντονων βροχοπτώσεων. Τα ξυλοφράγµατα συγκρατούν χώµα, πέτρες, κορµούς και άλλα φερτά υλικά, επιτρέποντας ωστόσο στο νερό να συνεχίζει να περνά. Η διαφορά είναι ότι το νερό κινείται πλέον µε µικρότερη ταχύτητα και µειωµένη ορµή. «Ακόµα και αν έχουµε µια ραγδαία βροχή, το χώµα πρέπει να µείνει πάνω στο δάσος, ώστε να έχουµε την επανίδρυσή του. Το νερό περνά, αλλά µε πιο αργούς ρυθµούς, ώστε να µη δηµιουργούνται πληµµύρες», εξηγεί ο κ. Σταµατόπουλος.

Σε επόµενο στάδιο µπορούν να κατασκευαστούν πιο µόνιµα έργα, όπως τα λεγόµενα φράγµατα βαρύτητας από πέτρα ή σκυρόδεµα. Τα έργα αυτά δεν λειτουργούν µόνο ως αναχώµατα συγκράτησης φερτών υλικών, αλλά και ως µικροί ταµιευτήρες νερού. Το νερό που συγκεντρώνεται µπορεί να αξιοποιηθεί για τη δασοπυρόσβεση, αλλά και για τις καλλιέργειες που βρίσκονται χαµηλότερα. Σε συνδυασµό µε αναδασώσεις και έργα διαχείρισης, οι καµένες λεκάνες µπορούν σταδιακά να µετατραπούν ξανά σε ζωντανά οικοσυστήµατα. Ο ίδιος αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγµα τα αντιπληµµυρικά έργα ανάντη των Σερρών, όπου δεκάδες χείµαρροι διευθετήθηκαν µε τέτοιου είδους έργα, «προς το µέρος από όπου έρχεται η ροή» (επάνω ρεύµα), ώστε να δηµιουργηθεί ένα περιβάλλον πλούσιο σε νερό, βλάστηση και ορνιθοπανίδα.

Παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης

Μετά τα πρώτα αντιδιαβρωτικά και αντιπληµµυρικά έργα, ακολουθεί η παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης. Ωστόσο, η δυνατότητα επιστροφής του δάσους εξαρτάται από το είδος της βλάστησης και από το αν η ίδια περιοχή έχει καεί ξανά στο πρόσφατο παρελθόν. Στα πευκοδάση, η φυσική αναγέννηση µπορεί να ξεκινήσει σχετικά γρήγορα. Μέσα σε περίπου δύο χρόνια είναι δυνατόν να εµφανιστούν τα πρώτα νεαρά δέντρα. Στη Βόρεια Εύβοια, για παράδειγµα, τα πεύκα που φύτρωσαν µετά την πυρκαγιά του 2021 έχουν ήδη φτάσει περίπου τα 50 εκατοστά, σύµφωνα µε τον κ. Σταµατόπουλο. Η κρίσιµη προϋπόθεση είναι να µην επανακαεί η ίδια περιοχή πριν τα νέα δέντρα προλάβουν να ωριµάσουν και να παραγάγουν κουκουνάρια. «Αν τα πευκοδάση καούν ξανά σε χρονικό διάστηµα µικρότερο των 15 ετών, εξαντλούνται και δεν έχουν τη δυνατότητα επιστροφής», διευκρινίζει. Χωρίς ώριµους σπόρους, η φυσική αναγέννηση περιορίζεται δραµατικά και το οικοσύστηµα κινδυνεύει να µεταβληθεί µόνιµα. Στα ελατοδάση, αντίθετα, η φυσική αναγέννηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη και συνήθως απαιτούνται στοχευµένες αναδασώσεις, όπως έχει συµβεί σε καµένες περιοχές της Πάρνηθας.

Ενίσχυση της δασικής υπηρεσίας

Κεντρική πρόταση του δρος Σταµατόπουλου είναι η ενίσχυση της ∆ασικής Υπηρεσίας και η δηµιουργία ενός ευέλικτου Ειδικού Σώµατος ∆ασοπροστασίας µέσα στη ∆ασική Υπηρεσία, το οποίο θα προετοιµάζει τα δάση τον χειµώνα, ώστε να µην καίγονται. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του χειµώνα θα φροντίζει για την αραίωση του υπορόφου, την αποµάκρυνση του ξερού ξυλώδους όγκου, τον θρυµµατισµό και την αξιοποίηση της βιοµάζας, τη συντήρηση δασικών δρόµων, τη διαµόρφωση πηγών και την κατασκευή υδροδεξαµενών ανεφοδιασµού. Παράλληλα, θα καταρτίζει ολοκληρωµένα σχέδια δασοπροστασίας µε στόχους προστασίας, πιθανά σενάρια έναρξης και εξέλιξης µιας πυρκαγιάς και επιχειρησιακό σχεδιασµό για την πρώτη και την κύρια επέµβαση. Το καλοκαίρι, οι ίδιοι εργαζόµενοι θα στελεχώνουν τα ορεινά πυροφυλάκια και θα πραγµατοποιούν την πρώτη πλήξη µέσα στα δάση, µε µικρά και ευέλικτα µέσα. Ακόµα κι αν δεν καταφέρουν να περιορίσουν τη φωτιά τα πρώτα λεπτά, θα παραµένουν στο πεδίο και θα ενισχύουν την κύρια επιχείρηση.

Διαχειριστικές μελέτης για τα δάση της χώρας

Στις προτάσεις του περιλαµβάνεται η εκπόνηση ολοκληρωµένων διαχειριστικών µελετών για όλα τα δάση της χώρας. Οι µελέτες θα καθορίζουν τις υλοτοµίες, τις καλλιεργητικές παρεµβάσεις, τη συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου, τις αντιπυρικές λωρίδες, την προστασία της πανίδας και της ορνιθοπανίδας, καθώς και τις θέσεις υδροδεξαµενών και άλλων υποδοµών. Τα έσοδα από την αξιοποίηση των δασικών προϊόντων, σύµφωνα µε την πρόταση, θα πρέπει να επανεπενδύονται στα ίδια τα δάση. Ακόµα, εισηγείται την ολοκλήρωση της πρόσληψης των 500 δασολόγων και δασοπόνων, την πρόσληψη περίπου 1.000 ειδικών δασοπροστασίας, την επαναλειτουργία τουλάχιστον 80 ορεινών πυροφυλακίων και την ετήσια επικαιροποίηση των σχεδίων πυροπροστασίας ανά δασαρχείο. Στις προτάσεις του περιλαµβάνονται ακόµα η µεταφορά των µονάδων ΕΜΟ∆Ε από την Πυροσβεστική στο Ειδικό Σώµα ∆ασοπροστασίας της ∆ασικής Υπηρεσίας, η µεταφορά µέρους των ευέλικτων δασοπυροσβεστικών µέσων, καθώς και -προαιρετικά- του δασοτεχνικού προσωπικού (δασολόγων, τεχνολόγων και ειδικών δασοπροστασίας) στη ∆ασική Υπηρεσία. Επιπλέον, προτείνει την ενίσχυση της επιτήρησης των δασών µε ευέλικτα µέσα και drones.

Ενιαίο σύστημα

Η συνολική πρόταση συµπληρώνεται από την προσέγγιση «System of Systems», δηλαδή ένα σύστηµα στο οποίο η Πυροσβεστική, η ∆ασική Υπηρεσία, η Πολιτική Προστασία, η Αυτοδιοίκηση και οι υπόλοιποι φορείς θα διατηρούν τις αρµοδιότητές τους, αλλά θα λειτουργούν µε κοινή επιχειρησιακή εικόνα. Αυτό σηµαίνει κοινά πρωτόκολλα δεδοµένων, κοινή πλατφόρµα πληροφοριών, ανταλλαγή στοιχείων σε πραγµατικό χρόνο και αξιοποίηση της Τεχνητής Νοηµοσύνης για την πρόβλεψη της εξέλιξης µιας πυρκαγιάς. Η Ελλάδα, σύµφωνα µε τον κ. Σταµατόπουλο, διαθέτει δύσβατη γεωγραφία, κατακερµατισµένες αρµοδιότητες, επαναλαµβανόµενα σηµεία εκδήλωσης πυρκαγιών και µεγάλο όγκο δεδοµένων, που σήµερα δεν είναι διασυνδεδεµένα. Η λύση δεν βρίσκεται µόνο σε περισσότερα οχήµατα ή εναέρια µέσα, αλλά στη συνεργασία των ήδη υπαρχόντων συστηµάτων. Ουσιαστικά, δηλαδή, προτείνει όλες οι υπηρεσίες να λειτουργούν ως ένας ενιαίος οργανισµός, ανταλλάσσοντας πληροφορίες σε πραγµατικό χρόνο, αντί να επιχειρούν αποσπασµατικά.

Ο ρόλος των οργανωμένων παρεμβάσεων πρόληψης και καταστολής

Η εικόνα που καταγράφηκε στην Ψάθα, όπου σε µεγάλο τµήµα του δάσους η φωτιά περιορίστηκε κυρίως στη χαµηλή βλάστηση, χωρίς να καταστρέψει τις κορυφές πολλών πεύκων, ανέδειξε τον ρόλο που µπορούν να διαδραµατίσουν οι οργανωµένες παρεµβάσεις πρόληψης και καταστολής. Σύµφωνα µε πηγές του υπουργείου Κλιµατικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, καθοριστική ήταν η συµβολή τόσο των προληπτικών παρεµβάσεων του προγράµµατος «Antinero» όσο και των ειδικών ζωνών καταστολής που δηµιουργήθηκαν µε µηχανήµατα έργου κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Οπως διευκρινίζουν οι ίδιες πηγές, πρόκειται για δύο διαφορετικά εργαλεία: το «Antinero» αφορά τις προληπτικές εργασίες διαχείρισης της καύσιµης ύλης και περιλαµβάνει καθαρισµούς, διαχείριση της βλάστησης, αποµάκρυνση καύσιµης ύλης, συντήρηση δασικών δρόµων κ.ά., ενώ οι ζώνες καταστολής ανοίγονται επιχειρησιακά την ώρα της φωτιάς, προκειµένου να ανακοπεί η πορεία του πύρινου µετώπου.

Χαρακτηριστικές ήταν οι εικόνες από το Πεδίο Βολής Κανδηλίου, όπου µπουλντόζες άνοιγαν ζώνες άµυνας µόλις λίγα µέτρα από τις φλόγες, συµβάλλοντας στην ανάσχεση της πυρκαγιάς. Η πρόκληση για την επόµενη ηµέρα είναι η συνέχιση και η επέκταση του προγράµµατος, σε στενή σύνδεση µε τις ∆ασικές Υπηρεσίες και τις ολοκληρωµένες διαχειριστικές µελέτες, ώστε οι καθαρισµοί και οι ζώνες πυροπροστασίας να εντάσσονται σε έναν σταθερό, µακροχρόνιο σχεδιασµό και όχι να αντιµετωπίζονται ως αποσπασµατικές παρεµβάσεις. Με τις µεγάλες πυρκαγιές να επαναλαµβάνονται ολοένα και συχνότερα, η συζήτηση πλέον δεν περιορίζεται στο πώς θα σβήσει η επόµενη φωτιά. Το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν η χώρα θα καταφέρει να οργανώσει ένα σύστηµα που θα αποτρέπει τις καταστροφές πριν αυτές εξελιχθούν σε megafires.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά