" 'Συνείδηση χρέους': Ο γενναιόδωρος πολιτικός Γιάννης Βαρβιτσιώτης, όπως τον έζησα", άρθρο του Αιμίλιου Βουγιουκλάκη
Άρθρο γνώμης
Και έτσι έζησε ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης. Μέχρι τέλους. Με την αίσθηση του χρέους. Στα πάντα. Πολυγραφότατος. Φιλοµαθής. Παρεµβατικός. Με άποψη. Με τη γνώριµη -έστω και κουρασµένη πια- πυγµή του. Με ενηµέρωση και ξεκάθαρη άποψη. Με τις διαφωνίες του.
«Το να γράφει ένας πολιτικός γι’ αυτά που έζησε, όπως τα έζησε, αποτελεί χρέος του προς τις επόµενες γενεές». Αν υπάρχει µία φράση που συµπυκνώνει το αποτύπωµα ζωής του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη είναι ακριβώς αυτή. Επειδή εµπεριέχει όλες τις έννοιες που τον χαρακτήρισαν και που ο ίδιος επέλεξε να ταυτιστεί µαζί τους.
Εκείνος, άλλωστε, µου την επαναλάµβανε συχνά στις συζητήσεις µας. Και όχι από συνήθεια. Από αίσθηση καθήκοντος. Εκείνη της επονοµαζόµενης και «παλαιάς κοπής». Το «χρέος», έλεγε, «πρέπει, παιδί µου, να σε ακολουθεί µέχρι την τελευταία στιγµή της ζωής σου. Κάποιοι νεότεροι το παρερµηνεύουν και θεωρούν πως το ολοκλήρωσαν µε την απλή αποχώρησή τους από την πολιτική. Λάθος. Μέγα λάθος».
Και έτσι έζησε. Μέχρι τέλους. Με την αίσθηση του χρέους. Στα πάντα. Πολυγραφότατος. Φιλοµαθής. Παρεµβατικός. Με άποψη. Με τη γνώριµη -έστω και κουρασµένη πια- πυγµή του. Με ενηµέρωση και ξεκάθαρη άποψη. Με τις διαφωνίες του.
Ο Βαρβιτσιώτης που γνώρισα, ή -πιο σωστά- που µου επέτρεψε εκείνος να γνωρίσω, δεν βρισκόταν, άλλωστε, στο απόγειο της πολιτικής του πορείας. Εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη του 2010, όταν µου τηλεφώνησε και περιδιέβαινα κάθιδρος το γραφείο του, είχε ήδη εκείνος δια νύσει απόσταση «µισού αιώνα». Και τι απόσταση! Ζώντας τα πάντα και τους πάντες. Τον Κωνσταντίνο Καραµανλή, που τον ξεχώριζε από όλους και όλα. Τη δικηγορία. Τη Βουλή. Το κελί της αποµόνωσης και την αποκατάσταση της ∆ηµοκρατίας. Υφυπουργός αρχικά, υπουργός διαρκώς στη συνέχεια, σχεδόν πάντα στην κορυφή της προτίµησης των συµπολιτών του στην πάλαι ποτέ Β’ Αθηνών, επικεφαλής των ευρωβουλευτών και αντιπρόεδρος της Νέας ∆ηµοκρατίας.
Τότε ήταν που ξεκίνησε να µε περιβάλλει µε την εµπιστοσύνη του. Κυρίως, όµως, µε την αγάπη του. Αναθέτοντάς µου την επιµέλεια των κειµένων του. Των οµιλιών του. Των πολύ επιλεκτικών και προσεγµένων δηµόσιων παρεµβάσεών του. Και, µάλιστα, σε µία ταραγµένη πολιτικά και εθνικά περίοδο, µέχρι και πριν από λίγα χρόνια.
Το πολιτικό του γραφείο στη θρυλική οδό Γενναδίου είχε µετακοµίσει στον έβδοµο, πλέον, όροφο, αφού στο ισόγειο και τον δεύτερο είχε λάβει την πολιτική σκυτάλη ο πρωτότοκός του, Μιλτιάδης. «∆εν νιώθω καθόλου άβολα εδώ, παιδί µου», µου τόνιζε µε ένα αυστηρό -και συνάµα πατρικό- ύφος. «Οταν είσαι ψηλά, άλλωστε, βλέπεις τα πράγµατα καλύτερα. Πιο απόµακρα, πιο καθάρια».
Και έτσι ήταν. Λειτουργώντας, πλέον, µε εκείνο το καταστάλαγµα εµπειρίας και αναστοχασµού που σου προσφέρει η απαιτούμενη απόσταση από την «πρώτη γραμμή», προειδοποιούσε, επεσήμαινε, προέβλεπε. Για έναν νέο 27 χρόνων τότε, η καθημερινή τριβή (αλήθεια, τι τρομερή αντίθεση!) με έναν από τους πρωταγωνιστές που, σε μεγάλο βαθμό, είχαν ήδη διαμορφώσει τη νεότερη πολιτική ιστορία προκαλούσε μόνο άγχος και δέος. «Δεν είναι πρόβλημα τα 50 χρόνια διαφοράς που έχουμε, παιδί μου. Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα; Οτι μέσα σε αυτό το διάστημα συζητάμε στη χώρα ακριβώς τα ίδια πράγματα», έλεγε, προσπαθώντας, μάλλον, να με καταστήσει ισότιμο ομοτράπεζο.
Ο ίδιος για πολλές δεκαετίες, άλλωστε, διατηρούσε έναν κοινό παρονομαστή εκτίμησης και σεβασμού, που περιλάμβανε πολιτικούς φίλους και αντιπάλους. Την ίδια ημέρα, και με την ίδια ευκολία, μπορούσε να συνομιλεί στους διαδρόμους της Ευρωβουλής ή της Ακαδημίας Αθηνών και μετά να βρεθεί στις αγαπημένες του δυτικές συνοικίες. «Το πιο σημαντικό ξέρεις ποιο είναι; Να σε φωνάζουν όλοι στην εκλογική σου περιφέρεια με το μικρό σου όνομα. Αυτό μετράει, παιδί μου», τόνιζε.
«Νιώθω υπερήφανος για το ότι 50 χρόνια στην πολιτική, εκτός από τους φίλους, έκανα μόνο αντιπάλους. Οχι εχθρούς». Η φράση αυτή δεν αποτέλεσε μόνο κοινοβουλευτική ρήση για εκείνον. Αλλά φιλοσοφία ζωής. Πράξη.
Αντιτάχθηκε σθεναρά στην παραπομπή αντιπάλων σε Ειδικά Δικαστήρια την πολωμένη δεκαετία του ’80, συμπαραστάθηκε εμπράκτως σε εκδότες αντιπολιτευόμενων εφημερίδων και σκληρών επικριτών του, όταν εκείνοι αντιμετώπιζαν προσωπικό πρόβλημα, συνομιλούσε με τους πάντες για τα πάντα. Με σεβασμό και ευπρέπεια. «Σε μια Δημοκρατία, όλες οι διαφορές πρέπει να επιλύονται στις εκλογές. Στην ίδια πατρίδα ζούμε», τόνιζε πάντα. Ολοένα και περισσότεροι σήμερα θεωρούν εκ των υστέρων ότι ίσως η επιλογή του προσώπου του για το ύψιστο πολιτειακό αξίωμα το 2014 θα ήταν η πλέον κατάλληλη, που θα μπορούσε, τελικά, να υπερκεράσει τον σκόπελο των αντιπολιτευόμενων -εκ Νέας Δημοκρατίας προερχομένων- βουλευτών των άλλων παρατάξεων. Οι περισσότεροι εξ αυτών, άλλωστε, προέρχονταν πολιτικά από τη «βαρβιτσιώτικη μήτρα». «Κανένα αξίωμα δεν έχει αξία, παιδί μου», μου είχε πει τότε, μεταφέροντάς μου τους παραπολιτικούς ψιθύρους, «σε μια χρεοκοπημένη χώρα. Εκείνο που προέχει για εσάς, τη νέα γενιά, είναι να κρατήσουμε την Ελλάδα στην Ευρώπη».
Και, όντως. Τα ταραγμένα χρόνια αυτά ήταν και από τα πιο ενεργά για τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη. Ως ενεργός πολίτης που απείχε από την ενεργό πολιτική. Τι κι αν είχε μπει στην τελευταία δεκαετία του βίου του; Με την αγωνία του έχοντος την ευθύνη παρενέβαινε. Μιλούσε. Διάβαζε. Εγραφε. Συμβούλευε. Δημοσίευε βιβλία. Ισως επειδή ήταν από τους ελάχιστους -τότε- εναπομείναντες που είχαν εργαστεί σκληρά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας, της μακροβιότερης που γνώρισε η πατρίδα μας. Σίγουρα, όμως, είχε υιοθετήσει συνειδητώς μια διαρκή φιλοσοφία ζωής: Να μην επαναλαμβάνονται στο παρόν τα λάθη του παρελθόντος. Και είχε δίκιο σε αυτό που έλεγε: «Το να γράφει ένας πολιτικός γι’ αυτά που έζησε, όπως τα έζησε, αποτελεί χρέος του προς τις επόμενες γενεές».
Γιατί αυτό υπήρξε τελικά: Συνείδηση χρέους.
* Ο Αιμίλιος Βουγιουκλάκης είναι νομικός, msc, υποψήφιος διδάκτορας και διοικητής του γ.ν. «Ασκληπιείου Βούλας»
Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
En