ΣτΕ: Οριστικό "όχι" στην επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους - Απορρίφθηκε και η επίκληση στην αρχή της ισότητας
Είχαν καταργηθεί το 2012
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε συνταγματική τη μη επαναφορά επιδομάτων εορτών και άδειας για τους δημόσιους υπαλλήλους
Συνταγματική κρίθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας των δημόσιων υπαλλήλων, τα οποία είχαν καταργηθεί με το μνημόνιο του 2012. Μεταξύ άλλων κρίθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ότι «δεν προέκυψε, ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων». Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης, έπειτα από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος. Υπέρ του ενάγοντος είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ. Η επίμαχη παράλειψη του νομοθέτη αφορούσε, σύμφωνα με την αγωγή, το διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024. Ο ενάγων είχε επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, τη μη μεταφορά ή την πλημμελή μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΣτΕ διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη Οδηγία θα μπορούσε να προβληθεί μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της, δηλαδή από τις 15 Νοεμβρίου 2024 και μετά.
Διαβάστε: Μαρκόπουλος: "Δεν προβλέπεται να δοθεί 13η σύνταξη και μισθός στους δημόσιους υπάλληλους"
Με βάση τα παραπάνω, το ΣτΕ έκρινε ότι η Οδηγία δεν παρείχε στον ενάγοντα δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο για την αξίωση που προέβαλε, ενώ απέρριψε και την επίκληση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε τη δημοσιονομική πορεία της χώρας από το 2018 και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης». Παράλληλα, έλαβε υπόψη στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το όριο φτώχειας, καθώς και την εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μισθολογικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, μαζί με άλλες μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύνολο δημοσιονομικών πολιτικών, οι οποίες κινούνται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων.
Κατά το ΣτΕ, η μη επαναφορά των επιδομάτων δικαιολογείται και από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας. Το Δικαστήριο στάθμισε, μεταξύ άλλων, την πρόσθετη και πάγια ετήσια επιβάρυνση που θα προκαλούσε η χορήγηση των δύο επιπλέον βασικών μισθών στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.
Παράλληλα, έκρινε ότι δεν προέκυψε πως η μη χορήγηση των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των μισθοδοτούμενων. Με βάση και την πάγια νομολογία του σχετικά με τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το ΣτΕ κατέληξε ότι δεν υπήρξε αντισυνταγματική παράλειψη.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες παροχής υπηρεσιών με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, λόγω και του διαφορετικού συνταγματικού και υπηρεσιακού καθεστώτος που διέπει τη δημόσια διοίκηση.
Επιπλέον, το ΣτΕ έκρινε ότι η διάρθρωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και ο καθορισμός του ύψους τους έχουν άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική ευστάθεια του κράτους.
Ωστόσο, στο συγκεκριμένο ζήτημα της παραβίασης της αρχής της ισότητας διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.
Μετά την επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων στο πλαίσιο της πρότυπης δίκης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αγωγή.
Διαβάστε: Μαρκόπουλος: "Δεν προβλέπεται να δοθεί 13η σύνταξη και μισθός στους δημόσιους υπάλληλους"
Στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη
Παράλληλα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2025, στην υπόθεση C-19/23. Όπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, το ΔΕΕ έκρινε ότι η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια και ότι η ρύθμιση των αποδοχών των μισθωτών και του κατώτατου μισθού ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.Με βάση τα παραπάνω, το ΣτΕ έκρινε ότι η Οδηγία δεν παρείχε στον ενάγοντα δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο για την αξίωση που προέβαλε, ενώ απέρριψε και την επίκληση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε τη δημοσιονομική πορεία της χώρας από το 2018 και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης». Παράλληλα, έλαβε υπόψη στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το όριο φτώχειας, καθώς και την εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μισθολογικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, μαζί με άλλες μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύνολο δημοσιονομικών πολιτικών, οι οποίες κινούνται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων.
Κατά το ΣτΕ, η μη επαναφορά των επιδομάτων δικαιολογείται και από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας. Το Δικαστήριο στάθμισε, μεταξύ άλλων, την πρόσθετη και πάγια ετήσια επιβάρυνση που θα προκαλούσε η χορήγηση των δύο επιπλέον βασικών μισθών στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.
Παράλληλα, έκρινε ότι δεν προέκυψε πως η μη χορήγηση των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των μισθοδοτούμενων. Με βάση και την πάγια νομολογία του σχετικά με τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το ΣτΕ κατέληξε ότι δεν υπήρξε αντισυνταγματική παράλειψη.
Απορρίφθηκε και η επίκληση της αρχής της ισότητας
Το ΣτΕ απέρριψε επίσης ως νομικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες παροχής υπηρεσιών με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, λόγω και του διαφορετικού συνταγματικού και υπηρεσιακού καθεστώτος που διέπει τη δημόσια διοίκηση.
Επιπλέον, το ΣτΕ έκρινε ότι η διάρθρωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και ο καθορισμός του ύψους τους έχουν άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική ευστάθεια του κράτους.
Ωστόσο, στο συγκεκριμένο ζήτημα της παραβίασης της αρχής της ισότητας διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.
Μετά την επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων στο πλαίσιο της πρότυπης δίκης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αγωγή.
En