Τις πληγές της συνεχίζει να μετρά η Σαλαμίνα από την φωτιά που ξέσπασε στην περιοχή, αφήνοντας πίσω της μεγάλες καταστροφές. Ανάμεσα στα σπίτια που απειλήθηκαν ήταν εκείνο της Χαράμσου και του Γιώργου. Το ζευγάρι περιέγραψε την αγωνιώδη μάχη που έδωσαν για να προστατεύσει την περιουσία του. Το σπίτι τους στα Περιστέρια βρίσκεται από την πλευρά της θάλασσας και θεωρητικά δεν θα μπορούσε να απειληθεί από μία πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει στο βουνό. Ωστόσο, η κατάσταση έδειχνε ανεξέλεγκτη. Οι ίδιοι αδυνατούσαν να πιστέψουν, ακόμη και τη στιγμή που βίωναν τα γεγονότα, ότι μέσα σε λίγα λεπτά είχαν έρθει κι εκείνοι αντιμέτωποι με τις εικόνες καταστροφής από τις πυρκαγιές ανά την Ελλάδα, είχαν γίνει μέσα σε λίγα λεπτά και η δική τους πραγματικότητα. «Σε δέκα λεπτά είχε φτάσει η φλόγα μέχρι το σπίτι μας. Εγώ βρέθηκα να είμαι στον μώλο με τα ζώα μας, το πορτοφόλι, μια τσάντα και το τηλέφωνο», ανέφεραν.

Διαβάστε: Σαλαμίνα: Αυτοψίες σε 22 κτίρια μετά τη φωτιά, πέντε χαρακτηρίστηκαν "κόκκινα" - Ζημιές σε σπίτια, επιχειρήσεις και αποθήκες (Εικόνες & Βίντεο)

 

Φωτιά στη Σαλαμίνα: Η στιγμή της εκκένωσης

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του ζευγαριού, στην οποία αποτυπώνεται το πόσο γρήγορα ανατράπηκαν όλα τα δεδομένα σε μια τέτοια συνθήκη. Συγκεκριμένα, μιλώντας στην κάμερα του Orange Press Agency η Χαράμσου αφηγήθηκε: «Εκείνη τη στιγμή εγώ προσπαθούσα να βρέξω γύρω-γύρω από το σπίτι. Και ο άνδρας μου λέει φύγε γιατί ερχότανε μεγάλη φωτιά».

Οι φλόγες από τις πλαγιές του γειτονικού βουνού είχαν περάσει πάνω από τη λεωφόρο που τους χώριζε κι είχαν εξαπλωθεί μέχρι την παραλία. Το κτήριο που βρισκόταν απέναντί τους και το οποίο ήταν φτιαγμένο ως επί το πλείστον από ξύλο είχε γίνει παρανάλωμα, σχηματίζοντας από μόνο του ένα γιγάντιο μέτωπο φωτιάς, όπου μέσα του φλέγονταν μεταξύ άλλων και δύο αυτοκίνητα.

Η Χαράμσου καταλάβαινε ότι έπρεπε να γίνει εκκένωση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε τίποτα για τον τραγικό θάνατο των δύο ηλικιωμένων, μερικές δεκάδες μέτρα πιο μακριά, στο ρέμα όπου είχαν καταφύγει για να βρουν διέξοδο. πΤο εγχείρημα δεν ήταν εύκολο ούτε και για την ίδια με τον σύντροφό της. Αό τη μία έπρεπε να πάρουν μαζί τους και τα ζωάκια που φροντίζουν, μεταξύ αυτών και νεογέννητα γατάκια. Από την άλλη γνώριζαν ότι αφήνοντας το σπίτι τους, υπήρχε ο κίνδυνος να χάσουν τη μία και μοναδική τους στέγη. 


"Χωρίς τα ζώα μου δεν φεύγω"

Αποφάσισαν τελικά να φύγει η Χαράμσου με τα ζώα, δύο σκυλάκια και τρεις γάτες, κι ο Γιώργος να μείνει πίσω για να προσπαθήσει να αποτρέψει την καταστροφή. Φτάνοντας στην προβλήτα του μώλου, η Χαράμσου προειδοποίησε τους διασώστες που μόλις καταφτάσει με ένα φουσκωτό ότι «χωρίς τα ζώα μου δεν φεύγω». Η απάντηση που πήρε ωστόσο υπήρξε αφοπλιστική και συνάμα ανακουφιστική: «Πρώτα θα πάρουμε τα ζώα σας και μετά εσάς».

«Κάνανε πατέντες, βρήκανε μέχρι και δοχεία για νερό και φαγητό. Τους δώσανε μπισκοτάκια. Ένας πυροσβέστης καθόταν και τα χάιδευε, τα ζουλούσε, φαινόταν ότι τα αγάπαγε. Τα βοήθησε να ξεπεράσουν το στρες, η ψυχολογία μας ανέβηκε». Η συνέχεια βρήκε τη Χαράμσου στο φέρι μποτ κι η αγωνία πλέον είχε μετατοπιστεί στον σύντροφό της και τη μάχη που είχε μείνει να δίνει πίσω.

Η αγωνία για να σώσει το σπίτι του

Οπλισμένος από την ανάγκη να σώσει το μοναδικό τους σπίτι ο Γιώργος προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη μεγάλη πυρκαγιά. «Για μένα ήταν τρόμος. Φοβήθηκα πάρα πολύ», αναφέρει χωρίς περιστροφές για το πώς βίωνε συναισθηματικά εκείνες τις στιγμές. Εκείνο που καθιστούσε εφιαλτική τη συνθήκη ήταν από τη μία η ένταση των ανέμων κι από την άλλη η απουσία οποιασδήποτε βοήθειας.

«Είχε πολύ αέρα κι ο αέρας έφερε τη φωτιά πολύ γρήγορα κοντά στο σπίτι μου», λέει, ενώ θυμάται να κατακλύει το σημείο πυκνός καπνός. Μοναδικό του εφόδιο απέναντι σε αυτή την εξ' ορισμού άνιση μάχη ήταν ένα λάστιχο ποτίσματος.

«Προσπάθησα με νερό να βρέξω τα πεύκα και αυτό έσωσε κι εμένα και το σπίτι μου, που πήρε λίγο μόνο φωτιά. Ένιωθα φόβο γιατί δεν υπήρχε βοήθεια από κανέναν».

Στην περίπτωση που η έκβαση ήταν διαφορετική και το σπίτι καιγόταν, ο Γιώργος δεν θα μπορούσε να σκεφτεί άλλη οδό από τη μετανάστευση. Είναι δύσκολο να αρχίσεις κάπου από την αρχή χωρίς το παραμικρό σημείο αναφοράς, πόσω μάλλον από τη στιγμή που τα πάντα γύρω από το σπίτι σχεδόν έχουν γίνει στάχτη. Κι έτσι, μετά τη μάχη για την επιβίωση, ξεκινά μια άλλη, διόλου αμελητέα μάχη, αυτή της επόμενης μέρας: «Το δάσος. Η άγρια πανίδα. Η ζημιά που έγινε στο περιβάλλον. Μια ματιά πίσω, η οσμή, θα σου φέρνουν κατάθλιψη. Δύο άνθρωποι νεκροί. Πόσα σπίτια καμένα και τόσα άτομα στο νοσοκομείο, οι τρεις σοβαρά...», λέει η Χαράμσου, περιγράφοντας όλα όσα κάνουν την επιστροφή στην κανονικότητα μια πολύ πιο μακρόχρονη διαδικασία.