Κρίσιμες απαντήσεις για τα ευρήματα στη σορό του νεκρού βρέφους που βρέθηκε κατεψυγμένο στην Κυψέλη δίνει στο parapolitika.gr ο ιατροδικαστής Γρηγόρης Λέων, εξηγώντας τι μπορεί να αποκαλύψει η περαιτέρω ιατροδικαστική διερεύνηση, αλλά και ποιο βασικό ερώτημα είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί λόγω της κατάψυξης της σορού. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με τα πρώτα ιατροδικαστικά ευρήματα, στη σορό του βρέφους εντοπίστηκαν περισσότερα από δέκα τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο στην πλάτη, με την υπόθεση να διερευνάται πλέον ως εγκληματική ενέργεια.

Διαβάστε: Κυψέλη: Η ανάρτηση της μητέρας με τρία παιδιά το 2021 και η λεζάντα που δημιουργεί ερωτήματα - "Τα αγόρια μας" (Εικόνα)

Την ίδια ώρα, ο πατέρας φέρεται να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τα συγκεκριμένα τραύματα προκλήθηκαν μετά τον θάνατο του παιδιού, όταν επιχείρησε με μαχαίρι να απομακρύνει τον πάγο που είχε σχηματιστεί γύρω από τη σορό. Ο κ. Λέων εξηγεί ότι η ιατροδικαστική εξέταση είναι σε θέση να δώσει ασφαλή απάντηση ακριβώς σε αυτό το ερώτημα, εάν δηλαδή τα τραύματα προκλήθηκαν πριν ή μετά τον θάνατο του βρέφους.

«Η διάκριση των πληγών σε προθανάτιες και μεταθανάτιες είναι έργο του ιατροδικαστή και είναι βέβαιο ότι ο ιατροδικαστής, ακόμα και μακροσκοπικά, σε ένα τραύμα από αιχμηρό και τέμνον όργανο, όπως είναι το μαχαίρι, είναι σε θέση να διακρίνει με ασφάλεια αν αυτό το τραύμα είναι προθανάτιο ή μεταθανάτιο», αναφέρει χαρακτηριστικά στο parapolitika.gr.


Κυψέλη: "Ούτε κατά προσέγγιση δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος θανάτου"

Ο κ. Λέων επισημαίνει ότι η διατήρηση της σορού σε συνθήκες κατάψυξης λειτούργησε με δύο διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία πλευρά διατήρησε τη σορό σε κατάσταση που επιτρέπει την εξαγωγή σημαντικών επιστημονικών συμπερασμάτων. Από την άλλη, όμως, καθιστά αδύνατο τον ασφαλή χρονικό προσδιορισμό του θανάτου. «Η συντήρηση σε ψυκτικό θάλαμο βοήθησε τη διερεύνηση. Το μόνο το οποίο εμπόδισε είναι ο προσδιορισμός του χρόνου θανάτου, γιατί εμείς ουσιαστικά, για να προσδιορίσουμε τον χρόνο θανάτου, χρησιμοποιούμε τα φαινόμενα που γίνονται μεταθανάτια, μεταξύ των οποίων και η σήψη», διευκρινίζει.

Μάλιστα, ερωτηθείς εάν μπορεί να υπάρξει έστω μία κατά προσέγγιση εκτίμηση, είναι κατηγορηματικός: «Ούτε κατά προσέγγιση δεν μπορεί να διαπιστωθεί, για τον πολύ απλό λόγο ότι έχουμε συντήρηση σε ψυκτικό θάλαμο». Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο, καθώς ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο πέθανε το βρέφος αποτελεί ένα από τα μεγάλα αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης.


Πώς η κατάσταση ψύξης "βοήθησε" την ιατροδικαστική έρευνα

Παρά το γεγονός ότι δημιούργησε σοβαρό εμπόδιο στον χρονικό προσδιορισμό του θανάτου, η παραμονή της σορού σε συνθήκες κατάψυξης είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί σε κατάσταση που επιτρέπει σήμερα στους επιστήμονες να αναζητήσουν κρίσιμες απαντήσεις. 

Ειδικότερα, η κατάσταση διατήρησης του νεκρού παιδιού μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την αξιολόγηση των τραυμάτων, τις ιστολογικές εξετάσεις και τη διερεύνηση τυχόν νοσημάτων από τα οποία μπορεί να έπασχε.


"Εξετάσεις DNA σε όλους"

Ένα ακόμη κρίσιμο κεφάλαιο, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, είναι η αποσαφήνιση των βιολογικών σχέσεων μεταξύ των προσώπων που βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης. Γι' αυτό και θεωρεί απαραίτητη τη διενέργεια εξετάσεων DNA, τόσο στα εν ζωή πρόσωπα όσο και στο νεκρό βρέφος.

Ιδιαίτερη σημασία δίνει ο ιατροδικαστής και στη διερεύνηση της κατάστασης των τριών ανήλικων παιδιών που βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Όπως υπογραμμίζει, απαιτούνται τόσο κλινικές όσο και εργαστηριακές εξετάσεις προκειμένου να διερευνηθεί εάν έχουν υποστεί οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης.


"Δεν σημαίνει αυτόματα ότι κόλλησαν σύφιλη από τη μητέρα"

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται παράλληλα οι πληροφορίες περί εντοπισμού σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος στα παιδιά. Ερωτηθείς εάν ένα τέτοιο νόσημα θα μπορούσε να έχει μεταδοθεί από τη μητέρα, ο κ. Λέων επισημαίνει ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί αυτομάτως μόνο και μόνο επειδή περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας φέρονται να έχουν το ίδιο νόσημα. «Πρέπει να γίνουν εργαστηριακές εξετάσεις. Το να ισχυριζόμαστε ότι δύο-τρία άτομα σε μια οικογένεια έχουν ένα κοινό νόσημα δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι έτσι όπως υπάρχει ο ισχυρισμός, δηλαδή ότι το κόλλησαν από τη μητέρα», δηλώνει.

Ο ιατροδικαστής θέτει ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα που αφορά το ιατρικό ιστορικό των παιδιών και το εάν είχαν εξεταστεί στο παρελθόν από παιδίατρο. Όπως εξηγεί, εφόσον είχαν εμφανίσει συμπτώματα του συγκεκριμένου νοσήματος, θα πρέπει να διερευνηθεί εάν αυτά είχαν γίνει αντιληπτά κατά τη διάρκεια προηγούμενης ιατρικής εξέτασης. «Αν αυτά τα παιδιά έχουν πάει μία φορά στον παιδίατρο κάποια στιγμή στο παρελθόν και είχαν συμπτώματα αυτού του νοσήματος, θα έπρεπε να το έχει διαπιστώσει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενος ειδικότερα στη σύφιλη, ο κ. Λέων διευκρινίζει ότι μπορεί να υπάρξουν ασυμπτωματικές περιπτώσεις, ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις το νόσημα εκδηλώνεται με συμπτώματα, μεταξύ των οποίων και δερματικές αλλοιώσεις.

Κατά συνέπεια, όπως τονίζει, απαιτούνται οι κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις και η διερεύνηση του προηγούμενου ιατρικού ιστορικού των παιδιών, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν και κατά πόσο οι εκδοχές που διατυπώνονται για τον τρόπο μετάδοσης του νοσήματος μπορούν να τεκμηριωθούν επιστημονικά.