Παιδική κακοποίηση: Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα σημάδι ή ένα εύρημα DNA - Τι λέει στα Παραπολιτικά ο ψυχολόγος Στέφανος Αλεβίζος
Γιατί το φρικιαστικό έγκλημα της Κυψέλης έχει θορυβήσει την κοινωνία
Ειδικός εξηγεί στα "Π" ποιες ξαφνικές αλλαγές στη συμπεριφορά ενός παιδιού μπορεί να αποτελούν προειδοποιητικές ενδείξεις
Την ώρα που η δικαστική διαδικασία για την υπόθεση της Κυψέλης βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οι Αρχές επιχειρούν να φωτίσουν όλες τις σκοτεινές πτυχές µιας οικογενειακής ιστορίας που εξακολουθεί να γεννά σοβαρά ερωτήµατα. Μετά και τα αποτελέσµατα των εξετάσεων DNA για τα παιδιά της οικογένειας, κρίσιµο ζήτηµα παραµένει η διαπίστωση της πατρότητας του 9χρονου γιου (είναι βιολογικό παιδί της 38χρονης, αλλά όχι του 43χρονου) και των δύο µωρών που κυοφορούν η 38χρονη µητέρα και η 15χρονη κόρη της.
Διαβάστε: Κυψέλη: Τι ερευνούν οι Αρχές μετά τα αποτελέσματα του DNA - Ο άγνωστος πατέρας του 9χρονου και οι δύο εγκυμοσύνες
Στο µικροσκόπιο βρίσκονται και όσα ενδέχεται να έχουν συµβεί στα τρία ανήλικα παιδιά, τα οποία έχουν διαγνωστεί µε σεξουαλικώς µεταδιδόµενο νόσηµα, καθώς και οι πηγές εσόδων της οικογένειας. Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και όσα είχαν προηγηθεί, καθώς εξετάζονται τα προειδοποιητικά «καµπανάκια» που είχαν κατά καιρούς καταγραφεί. Πόσα, όµως, µπορεί να «πει» ένα παιδί χωρίς να ξεστοµίσει ούτε µία λέξη; Ο δρ Στέφανος Αλεβίζος, ψυχολόγος της ΑµΚΕ «ΙΑΣΙΣ», µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», βάζει στο επίκεντρο µία λέξη: «αλλαγή». Και κυρίως µια ξαφνική αλλαγή στη συµπεριφορά, χωρίς εµφανή αιτία. Ενα παιδί που ήταν κοινωνικό και ξαφνικά αποσύρεται, που αρχίζει να φοβάται έναν συγκεκριµένο άνθρωπο ή χώρο, που αλλάζει απότοµα συνήθειες στον ύπνο, στο φαγητό, στη σχολική επίδοση, στη διάθεση ή στον τρόπο που σχετίζεται µε τους άλλους µπορεί να εκπέµπει ένα µήνυµα που δεν πρέπει να προσπεράσουµε.
Εντονο άγχος, επιθετικότητα, παλινδρόµηση σε συµπεριφορές µικρότερης ηλικίας ή µια συµπεριφορά που απλώς «δεν του µοιάζει» µπορούν επίσης να αποτελέσουν ενδείξεις. Οπως διευκρινίζει ο ειδικός, αυτές οι αλλαγές δεν αποδεικνύουν από µόνες τους ότι υπάρχει κακοποίηση. Ενας εκπαιδευτικός ή ένας συγγενής πρέπει, εποµένως, να κοιτάζει το παιδί συνολικά και σε βάθος χρόνου. Αλλαγές στον ύπνο, στη διάθεση, στην όρεξη, στην προσωπική υγιεινή, στη σχολική επίδοση, ακόµα και στην παρουσία και τη συνέπειά του στο σχολείο µπορεί να έχουν σηµασία. Το ίδιο ισχύει και όταν αλλάζει ξαφνικά ο τρόπος µε τον οποίο µιλά για ένα συγκεκριµένο πρόσωπο: κάποιος που µέχρι χθες ήταν οικείος µπορεί πλέον να του προκαλεί φόβο, ένταση, αποφυγή ή άρνηση να βρίσκεται µαζί του.
Ο δρ Αλεβίζος προειδοποιεί, ωστόσο, ότι δεν πρέπει να παγιδευόµαστε σε έναν κατάλογο «συµπτωµάτων». Σε ένα παιδί µπορεί να εµφανίζονται πολλές αλλαγές, ενώ κάποιο µπορεί για µεγάλο χρονικό διάστηµα να µη δείχνει τίποτα εµφανές.
Η ψυχολογική κακοποίηση συνήθως δεν αφήνει ένα τραύµα που µπορούµε να δούµε. Πολλές φορές, όµως, την «ακούµε» στον τρόπο µε τον οποίο ένα παιδί µιλά για τον εαυτό του. Ενα παιδί που επαναλαµβάνει ότι είναι «άχρηστο», «κακό», «πρόβληµα», ότι «φταίει για όλα» ή ότι «κανείς δεν το θέλει» µπορεί ουσιαστικά να αναπαράγει µηνύµατα που ακούει συστηµατικά από το περιβάλλον του. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εµφανίζεται σεξουαλική γνώση, γλώσσα ή συµπεριφορά που δεν φαίνεται αναπτυξιακά αναµενόµενη για την ηλικία και το πλαίσιο του παιδιού. Ο δρ Αλεβίζος υπογραµµίζει ότι η απουσία σωµατικών ευρηµάτων δεν αποκλείει τη σεξουαλική κακοποίηση. Κι όσον αφορά την αποκάλυψη ενός παιδιού, µπορεί να είναι σταδιακή και µη γραµµική. Πιθανολογείται ακόµα και να ανακαλέσει όσα είπε, ιδιαίτερα όταν αντιληφθεί τις συνέπειες που µπορεί να έχει η αποκάλυψη για το ίδιο, την οικογένειά του ή ένα πρόσωπο µε το οποίο έχει συναισθηµατικό δεσµό.
Ο ενήλικας δεν καλείται να αποδείξει ότι υπάρχει κακοποίηση, αλλά να αναγνωρίσει ότι υπάρχει εύλογη ανησυχία και να ακολουθήσει την προβλεπόµενη διαδικασία. Και εκεί, όπως εξηγεί, εστιάζει και σηµαντικό µέρος της δουλειάς της «ΙΑΣΙΣ»: στην υποστήριξη παιδιών και οικογενειών, αλλά και στην πρόληψη, την εκπαίδευση και την ενδυνάµωση των επαγγελµατιών που βρίσκονται κοντά στο παιδί. «Γιατί πολλές φορές το κρίσιµο δεν είναι µόνο να δούµε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά να ξέρουµε πώς να κινηθούµε όταν το δούµε».
Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Κυψέλη: Τι ερευνούν οι Αρχές μετά τα αποτελέσματα του DNA - Ο άγνωστος πατέρας του 9χρονου και οι δύο εγκυμοσύνες
Στο µικροσκόπιο βρίσκονται και όσα ενδέχεται να έχουν συµβεί στα τρία ανήλικα παιδιά, τα οποία έχουν διαγνωστεί µε σεξουαλικώς µεταδιδόµενο νόσηµα, καθώς και οι πηγές εσόδων της οικογένειας. Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και όσα είχαν προηγηθεί, καθώς εξετάζονται τα προειδοποιητικά «καµπανάκια» που είχαν κατά καιρούς καταγραφεί. Πόσα, όµως, µπορεί να «πει» ένα παιδί χωρίς να ξεστοµίσει ούτε µία λέξη; Ο δρ Στέφανος Αλεβίζος, ψυχολόγος της ΑµΚΕ «ΙΑΣΙΣ», µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», βάζει στο επίκεντρο µία λέξη: «αλλαγή». Και κυρίως µια ξαφνική αλλαγή στη συµπεριφορά, χωρίς εµφανή αιτία. Ενα παιδί που ήταν κοινωνικό και ξαφνικά αποσύρεται, που αρχίζει να φοβάται έναν συγκεκριµένο άνθρωπο ή χώρο, που αλλάζει απότοµα συνήθειες στον ύπνο, στο φαγητό, στη σχολική επίδοση, στη διάθεση ή στον τρόπο που σχετίζεται µε τους άλλους µπορεί να εκπέµπει ένα µήνυµα που δεν πρέπει να προσπεράσουµε.
Εντονο άγχος, επιθετικότητα, παλινδρόµηση σε συµπεριφορές µικρότερης ηλικίας ή µια συµπεριφορά που απλώς «δεν του µοιάζει» µπορούν επίσης να αποτελέσουν ενδείξεις. Οπως διευκρινίζει ο ειδικός, αυτές οι αλλαγές δεν αποδεικνύουν από µόνες τους ότι υπάρχει κακοποίηση. Ενας εκπαιδευτικός ή ένας συγγενής πρέπει, εποµένως, να κοιτάζει το παιδί συνολικά και σε βάθος χρόνου. Αλλαγές στον ύπνο, στη διάθεση, στην όρεξη, στην προσωπική υγιεινή, στη σχολική επίδοση, ακόµα και στην παρουσία και τη συνέπειά του στο σχολείο µπορεί να έχουν σηµασία. Το ίδιο ισχύει και όταν αλλάζει ξαφνικά ο τρόπος µε τον οποίο µιλά για ένα συγκεκριµένο πρόσωπο: κάποιος που µέχρι χθες ήταν οικείος µπορεί πλέον να του προκαλεί φόβο, ένταση, αποφυγή ή άρνηση να βρίσκεται µαζί του.
Ο δρ Αλεβίζος προειδοποιεί, ωστόσο, ότι δεν πρέπει να παγιδευόµαστε σε έναν κατάλογο «συµπτωµάτων». Σε ένα παιδί µπορεί να εµφανίζονται πολλές αλλαγές, ενώ κάποιο µπορεί για µεγάλο χρονικό διάστηµα να µη δείχνει τίποτα εµφανές.
Αιτίες προβληματισμού
Υπάρχουν, βέβαια, και ενδείξεις που µπορεί να είναι ορατές διά γυµνού οφθαλµού: µώλωπες, εγκαύµατα, τραυµατισµοί ή σηµάδια σε σηµεία του σώµατος όπου δεν είναι συνηθισµένο να τραυµατίζεται ένα παιδί από ένα απλό ατύχηµα. Προβληµατισµό προκαλεί, επίσης, όταν η εξήγηση για έναν τραυµατισµό δεν ταιριάζει µε την εικόνα του, αλλάζει από τη µία αφήγηση στην άλλη ή υπάρχει µεγάλη καθυστέρηση στην αναζήτηση ιατρικής φροντίδας. Στη σωµατική κακοποίηση έχει σηµασία ακόµα και η «γεωγραφία» του σώµατος, δηλαδή πού βρίσκεται ένας τραυµατισµός και κατά πόσο είναι συµβατός µε ένα συνηθισµένο ατύχηµα για την ηλικία του παιδιού. Τραύµατα σε διαφορετικά στάδια επούλωσης µπορεί επίσης να δείχνουν ότι δεν προέκυψαν την ίδια χρονική στιγµή. Ταυτόχρονα, «µιλά» και η συµπεριφορά: ένα παιδί που τροµάζει ή αντιδρά ενστικτωδώς όταν ένας ενήλικας σηκώνει το χέρι του, ακόµα και για κάτι απολύτως αθώο, µπορεί να δίνει µια ένδειξη που αξίζει προσοχής.Η ψυχολογική κακοποίηση συνήθως δεν αφήνει ένα τραύµα που µπορούµε να δούµε. Πολλές φορές, όµως, την «ακούµε» στον τρόπο µε τον οποίο ένα παιδί µιλά για τον εαυτό του. Ενα παιδί που επαναλαµβάνει ότι είναι «άχρηστο», «κακό», «πρόβληµα», ότι «φταίει για όλα» ή ότι «κανείς δεν το θέλει» µπορεί ουσιαστικά να αναπαράγει µηνύµατα που ακούει συστηµατικά από το περιβάλλον του. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εµφανίζεται σεξουαλική γνώση, γλώσσα ή συµπεριφορά που δεν φαίνεται αναπτυξιακά αναµενόµενη για την ηλικία και το πλαίσιο του παιδιού. Ο δρ Αλεβίζος υπογραµµίζει ότι η απουσία σωµατικών ευρηµάτων δεν αποκλείει τη σεξουαλική κακοποίηση. Κι όσον αφορά την αποκάλυψη ενός παιδιού, µπορεί να είναι σταδιακή και µη γραµµική. Πιθανολογείται ακόµα και να ανακαλέσει όσα είπε, ιδιαίτερα όταν αντιληφθεί τις συνέπειες που µπορεί να έχει η αποκάλυψη για το ίδιο, την οικογένειά του ή ένα πρόσωπο µε το οποίο έχει συναισθηµατικό δεσµό.
"Δεν κάνουμε ανάκριση"
Οταν υπάρχει υποψία, ο στόχος του ενήλικα δεν είναι να εξακριβώσει µόνος του τι συνέβη. Η προσέγγιση πρέπει να είναι ήρεµη και να ξεκινά από κάτι που πραγµατικά έχουµε παρατηρήσει: «Εχω προσέξει ότι τελευταία δεν είσαι όπως συνήθως και ήθελα να δω πώς είσαι». Αν το παιδί αρχίσει να µιλά, χρησιµοποιούµε ανοιχτές και ουδέτερες ερωτήσεις, όπως: «Θέλεις να µου πεις περισσότερα;» ή «Τι έγινε µετά;». Αντίθετα, αποφεύγουµε τις υποβλητικές ερωτήσεις, καθώς κινδυνεύουµε να εισαγάγουµε εµείς πληροφορίες στην αφήγησή του, όπως και το «Γιατί δεν το είπες νωρίτερα;», που µπορεί να εκληφθεί ως µοµφή.Κινητοποίηση
Εξίσου σηµαντικό είναι να ελέγξει ο ενήλικας τη δική του αντίδραση. Θυµός, πανικός, σοκ ή δυσπιστία µπορεί να κάνουν το παιδί να κλειστεί. ∆εν υποσχόµαστε µυστικότητα και δεν του ζητάµε να επαναλαµβάνει ξανά και ξανά την ιστορία του. Ακούµε χωρίς να διακόπτουµε και καταγράφουµε όσο το δυνατόν ακριβέστερα τα λόγια του, την ηµεροµηνία, το πλαίσιο και τις ερωτήσεις που του κάναµε. Από εκεί και πέρα, η διερεύνηση περνά στους αρµόδιους επαγγελµατίες. «∆εν χρειάζεται να είµαστε βέβαιοι για να κινητοποιηθούµε», υπογραµµίζει ο δρ Αλεβίζος.Ο ενήλικας δεν καλείται να αποδείξει ότι υπάρχει κακοποίηση, αλλά να αναγνωρίσει ότι υπάρχει εύλογη ανησυχία και να ακολουθήσει την προβλεπόµενη διαδικασία. Και εκεί, όπως εξηγεί, εστιάζει και σηµαντικό µέρος της δουλειάς της «ΙΑΣΙΣ»: στην υποστήριξη παιδιών και οικογενειών, αλλά και στην πρόληψη, την εκπαίδευση και την ενδυνάµωση των επαγγελµατιών που βρίσκονται κοντά στο παιδί. «Γιατί πολλές φορές το κρίσιµο δεν είναι µόνο να δούµε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά να ξέρουµε πώς να κινηθούµε όταν το δούµε».
Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
En