Μια διαφορετική, βαθιά προσωπική ματιά στον Γιώργο Μαζωνάκη καταθέτει ο δημοσιογράφος Γιώργος Κατσίγιαννης, γυρίζοντας τον χρόνο πίσω στην πρώτη τους συνάντηση το 2001, όταν ο τραγουδιστής είχε βρεθεί στο στούντιο του Planet 104,5 και είχε τραγουδήσει «ακαπέλα» σε εκπομπή του. Από εκείνη την πρώτη γνωριμία μέχρι τα επόμενα χρόνια, ο δημοσιογράφος ξεδιπλώνει άγνωστες πτυχές ενός καλλιτέχνη που, όπως χαρακτηριστικά γράφει, «δεν ήταν ένας τραγουδιστής φωτοβολίδα».

Στην ανάρτησή του θυμάται ακόμη την πρώτη γνωριμία του με τον πατέρα του Μαζωνάκη, Μανώλη, ήδη από το 1996, αλλά και τις «τρέλες» που έκανε για χάρη του τραγουδιστή, όπως όταν είχε «νοικιάσει» τραπέζι με τον μήνα στο Rex της Πανεπιστημίου, λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Μέσα από αυτή την προσωπική ιστορία, ο Γιώργος Κατσίγιαννης περιγράφει τον Μαζωνάκη ως έναν χαρισματικό και αντισυμβατικό καλλιτέχνη, που συνδύαζε διαφορετικές πλευρές και επιρροές, ενώ αναφέρεται και στις υπαρξιακές του αναζητήσεις και στη σχέση του με την πίστη. Το κείμενο καταλήγει με μια συγκλονιστική αναφορά στην «Έβδομη Σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και στην αναμέτρηση του ανθρώπου με τον θάνατο, πριν από το τελευταίο, βαθιά συγκινητικό μήνυμα: «Καλό ταξίδι Γιώργάρα….!!!».


Η ανάρτηση του Γιώργου Κατσίγιαννη για τον Γιώργο Μαζωνάκη



ΛΕΙΠΕΙ ΠΑΛΙ Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ ΕΞΩ ΑΠ, ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ...... Με το Γιώργο Μαζωνάκη ανταμώσαμε για πρώτη φορά το 2001, όταν ήρθε και τραγούδησε «ακαπέλα» σε μια εκπομπή που έκανα στον ραδιοφωνικό σταθμό planet 104,5, με τη συμμετοχή και ενός σχολείου από την Αττική. Αν θυμάμαι καλά ήρθε στο στούντιο με το Ν. Μουρατίδη, για τον οποίο δεν θέλω να κάνω ακόμη κάποιο σχόλιο για το ύφος του. Πάμε παρακάτω. Ήξερα και τον πατέρα του, το Μανώλη από το 1996 όταν με είχε επισκεφτεί στον ίδιο σταθμό για να καταγγείλει διάφορα πράγματα που σχετίζονταν με την ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του περάματος, όπου εργαζόταν για να αναθρέψει την οικογένεια του.

Για μένα ο Γ. Μαζωνάκης δεν ήταν ένας τραγουδιστής φωτοβολίδα. Δεν έλαμψε για να σβήσει. Άναψε για να φωτίσει τα σκοτάδια όλων μας. Σε βάθος χρόνου και πόνου.

Αυτά τα τριάντα χρόνια που τον παρακολουθούσα, έχοντας κάνει τρέλες για λογαριασμό του, όπως να έχουμε «νοικιάσει» τραπέζι με το μήνα στο Rex της πανεπιστημίου, όπου εμφανιζόταν λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, αντιλαμβανόμουν ότι ο τύπος δεν ήταν μια τυχαία προσωπικότητα της μουσικής σκηνής, αλλά ένας χαρισματικός καλλιτέχνης, που τα έδινε όλα για να κερδίσει τα πάντα, χωρίς να πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο, διότι πόνταρε στην εύνοια του θεού, και ας τρόμαζε όσο καταλάβαινε πως αυτός «λείπει» και έχει έξω από την πόρτα του ένα «μην ενοχλείτε».

Διέθετε την εκκεντρικότητα του Έλτον Τζόν, την αριστοκρατική ευγένεια του Δημήτρη Χόρν. Την κυριλέ αρρενωπότητα του Τόλη Βοσκόπουλου. Την εκκωφαντική θλίψη του Τσάρλι Τσάπλιν, στα βουβά παιξίματα του.

Την κινηματογραφική παιδικότητα του Μίμη Φωτόπουλου, εμφανιζόμενος ως μεσήλικας με κοντοπαντέλονα.

Ακολούθησε ως άλλος ρομπέν των φτωχών την περιθωριακή απεύθυνση του τεράστιου Τζόνι Κάς, προάγοντας την συμπερίληψη με πειθώ και ενσυναίσθηση.
Στο λόγο του είχε τη μάγκικη ευθύτητα του Γιώργου Ζαμπέτα και στους μορφασμούς του την τσαχπινιά του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Στο στιλ του τη μπερμπάτικη στόφα του Στράτου Διονυσίου. Σου έκλεινε το μάτι και γινόσουν κοινωνός της γοητευτικής του εξυπνάδας. Στις δοκιμασίες της ζωής του, έβλεπες το χαμένο βλέμμα της αμυντικής αγριάδας του Άκη Πάνου και τα αυτοκαταστροφικά ξεσπάσματα του Στέλιου Καζατζίδη.

Στα «μαύρα του φεγγάρια» το σπαραχτικό ζεϊμπέκικο του Νίκου Κούρκουλου στην ταινία «Ορατότης Μηδέν».

Δεν ήταν θεατρίνος, με την κυνική έννοια του όρου. Αλλά το ιδανικό πρόσωπο όλοι αυτοί οι ρόλοι να βρουν τίμια εκφραστικότητα και άψογη εκτέλεση από τον ίδιο. Λαϊκός και κοσμικός. Του λιμανιού και του σαλονιού. Έκανε τη φούστα παντελόνι. Και το παντελόνι φούστα με μη παρεξηγήσιμη μαεστρία. Ήταν μπροστά γιατί είχε δει τι γινόταν πίσω του.

Δεν κατάφερε να σπάσει τη σιωπή του θεού στις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Όπως ο «Ιππότης» Αντώνιος Μπλοκ, ο ήρωας στην αριστουργηματική ταινία του Ι. Μπέργκμαν «η έβδομη σφραγίδα», που πασχίζει σε μια μονομαχία σκάκι με το θάνατο να κερδίσει χρόνο επιβίωσης. Όμως ποτέ του χάρου τα παιχνίδια δεν είναι πανηγύρια. Ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο να ανοίξει την έβδομη σφραγίδα της αποκάλυψης και ο χάρος παίρνει την παρτίδα από το «βασιλιά». Καλό ταξίδι Γιώργάρα….!!!