Της Ηλιάνας Πετρίδη (Εφημερίδα Freddo)

Σε μια εφ’ όλης της ύλης εναλλακτική συνέντευξη, ο μάγειρας του Τζανείου Νοσοκομείου Πειραιά που γεμίζει καθημερινά με αγάπη και νόστιμα φαγητά τους ασθενείς και τους γιατρούς, Ιάκωβος Απέργης, ξεδιπλώνει στη «Freddo» μια διαφορετική πλευρά του εαυτού του, πείθοντας και τους πιο δύσπιστους πως στις μέρες μας δεν κάνει η δουλειά τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος τη δουλειά.

Μέσα σε δύο εβδομάδες κατάφερε να συγκεντρώσει όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του, κι όχι γιατί προσπάθησε να τραβήξει ο ίδιος την προσοχή, αλλά γιατί, όπως λέει ο ίδιος, έτυχαν οι συγκυρίες. Βλέποντας το παρουσιαστικό του, τα μάτια μου έπεσαν απευθείας στο ένα από τα εργαλεία της δουλειάς του, τα χέρια του, που είναι γεμάτα τατουάζ. Με μια δεύτερη αντίκρισα σχεδόν ολόκληρο το παρουσιαστικό του, το οποίο δύσκολα παραπέμπει σε έναν καλό σύζυγο, με δύο παιδιά στην εφηβεία και μόλις 43 ετών. «Τα τατουάζ τα έκανα μεγάλος, γιατί μου άρεσε πάντα και καλώς ή κακώς είναι και μόδα. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι μάγειροι πλέον έχουν ωραία κορμιά, τατουάζ και περιποιημένο παρουσιαστικό», εξηγεί ο ίδιος στην αρχή της κουβέντας μας. Και μόνο με τον τρόπο που σου απευθύνει τον λόγο, νιώθεις πως είστε φιλαράκια εδώ και πολλά χρόνια. Και όχι, δεν φοβάται να πει πως δεν ήρθαν όλα ρόδινα, πως ήρθαν αναπάντεχα και κυρίως… μέσα από εσωτερική πάλη που την κέρδισε επάξια. «Δεν ήταν όλα όπως τώρα, αυτές τις ημέρες. Καταρχήν με λένε όλοι σεφ, ενώ εγώ δεν ξέρω καν πώς κερδίζεις τον τίτλο του σεφ. Κι αν εύχομαι κάποια στιγμή να πάρω Μichelin, είναι τα λάστιχα που θέλω για το αυτοκίνητο. Δεν μπορώ να πάω δίπλα σε καταξιωμένους ανθρώπους στον τομέα μας και να πω “γεια σας, είμαι σεφ!”», αναφέρει ο Ιάκωβος. Στην μαγειρική, όπως δηλώνει, μπήκε τυχαία, καθώς σε ηλικία 20 ετών, όταν ήταν μπάρμαν «για να ρίχνει κορίτσια», κάποια στιγμή χρειάστηκε βοήθεια ο Γιώργος Τσελεμεντές -της γνωστής οικογενείας- και ήθελε παραπάνω χρήματα για να πάρει δώρο στην τότε κοπέλα του. Μετά την προτροπή του σεφ να αφήσει το μπαρ και να ακολουθήσει τη μαγειρική, ακολούθησε τη συμβουλή και τελείωσε στη Θεσσαλονίκη Τουριστικά Επαγγέλματα. «Εχω κάνει πάρα πολλές δουλειές, γιατί έτσι πίστευα πως έπρεπε να κάνω, να μαζέψω εμπειρίες και κάποια στιγμή έκανα μια αίτηση στο Τζάνειο, με μεγάλη απαισιοδοξία. Τελικά όμως με πήραν, λίγους μήνες μετά τον χαμό της μητέρας μου, το 2003. Δούλεψα εκεί και δεν το πίστευα πως μπήκα χωρίς “μέσον”. Oμως πιεζόμουν και μετά τη μετάθεση που πήρε η γυναίκα μου για Κρήτη, έπιασα δουλειά στο Βενιζέλειο. Αφού επιστρέψαμε στην Αθήνα και γύρισα και με άλλον αέρα και πιο πολλή αυτοπεποίθηση, τα είδα όλα αλλιώς», συμπληρώνει. Ο Ιάκωβος δεν είναι θαυμαστής των καλουπιών στη ζωή και καθώς έβλεπε τα παιδιά, όχι μόνο τα νοσηλευόμενα, αλλά και του Τμήματος Παιδοψυχιατρικής, να μην τρώνε με ευχαρίστηση το φαγητό, αποφάσισε να… πειραματιστεί με κάποια γλυκά, βάζοντας παραπάνω υλικά, αλλάζοντας ελαφρά τις ελληνικές συνταγές και φυσικά... το πείραμα πέτυχε. Δεν ήταν όμως μόνος αυτός ο λόγος.

 Ο ρόλος της μητέρας

Τον Μάιο του 2003 η μητέρα του έφυγε από τη ζωή ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, με αποτέλεσμα να έχουν μάθει και όλα τα φαγητά απ’ έξω κι ανακατωτά. «Με τη μάνα μου είχαμε γυρίσει πολλά νοσοκομεία και το μπιφτέκι ήταν αυτό που έβλεπα ο ασθενής να πετάει στα σκουπίδια περισσότερο. Επειδή το είχα τρέλα αυτό το φαγητό, ήθελα να το διαφοροποιήσω, να γίνει γευστικό, μαλακό και ευχάριστο στον καταναλωτή του. Βγάζαμε πολλές ώρες εκεί και παίρναμε φαγητό από το σπίτι. Ερχόταν το φαγητό στους ασθενείς γύρω μας και έλεγαν “πάρτε το πίσω, δεν θα το φάω”. Μπορεί και σε άλλα νοσοκομεία να κάνουν ωραίο φαγητό, αλλά να μην είναι γνωστό», μας λέει ο μάγειρας. Εκείνο το διάστημα ωστόσο ο ίδιος περνούσε κατάθλιψη και πάθαινε πολλές κρίσεις πανικού, λόγω της ψυχολογικής πίεσης και του άγχους. «Hμουν συνεχώς στα νοσοκομεία, έβλεπα τη μάνα μου πάντα να πονάει, να έχει κάτι, κι εγώ είμαι μοναχοπαίδι και με πατέρα ναυτικό. Hταν δύσκολα». Γρήγορα όμως η κουβέντα μας άλλαξε, μιας που το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός του δεν τον αφήνουν πολύ να «πέσει», ενώ παράλληλα και ο ίδιος τόνισε πως «αυτό είναι ένα κομμάτι που πέρασε, της κατάθλιψης, και δεν το ξαναδοκιμάζω». Ετσι λοιπόν ο χαρούμενος και γεμάτος ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον γενικότερα εξηγεί στη «F» πώς έχει λάβει όλη αυτή τη δημοσιότητα που τον περιβάλλει αυτό το διάστημα. «Δουλεύω 5 ώρες τη βδομάδα, και μας βάζουν πρόγραμμα οι διαιτολόγοι. Οταν το πάρω στα χέρια μου, κοιτάω αν με παίρνει να το αλλάξω. Γενικά προσπαθώ πάντα να είναι γεμάτη η μερίδα και με ωραία πράγματα. Δεν μπορώ τα στημένα, γι’ αυτό κι όταν με παίρνουν τηλέφωνο για να έρθουν στο νοσοκομείο, τους λέω “ελάτε να δείτε τι κάνω εδώ, δεν θα κάνω κάτι για να το δείξετε και να φανώ εγώ ήρωας”. Εγώ θέλω να δημιουργήσω πρότυπα στα παιδιά, και με χαροποιεί όταν με παίρνουν και μου λένε “θα θέλαμε να δουλέψουμε μαζί σας”. Ο μάγειρας του νοσοκομείου δεν αλλάζει. Δεν θα πάω σε εστιατόρια. Την κυνηγάω τη δουλειά για να μη με αφήσει αυτή. Θέλω να είναι καλύτερη, ποιοτικότερη, να μάθω και μέσα από αυτά να δω τι μπορώ να κάνω παραπάνω. Ας μη βγούμε στα εστιατόρια όλοι πια. Θέλω να εξελιχθώ πάνω στη μαγειρική. Γιατί πρέπει να γίνω δημόσιος υπάλληλος μέσα μου». Η αυθεντικότητα που αποπνέει στον λόγο και στην παρουσία του πραγματικά αφήνουν τον συνομιλητή με ένα χαμόγελο στα χείλη, μιας και χαίρεσαι να γνωρίζεις πάντα… ένα καλό παιδί!

Η οικογένεια και ο εθελοντισμός

Με προσγειωμένο προφίλ και με πυγμή για τη ζωή και ένα ομορφότερο αύριο, μιλάει με πολλή αγάπη τόσο για τη γυναίκα του, Πόπη, όσο και για τα δύο παιδιά του, τον 10χρονο γιο του και τη 14χρονη κόρη του. Δεν τον ενδιαφέρει τίποτα παραπάνω πέραν του να βοηθά την οικογένειά του, γι’ αυτό και δεν θα τον απασχολούσε να λάβει μέρος ποτέ σε κάποιο παιχνίδι μαγειρικής της τηλεόρασης. «Δεν είναι κάτι που με απασχολεί, δεν σε κάνει μάγειρα ένα παιχνίδι, γι’ αυτό δεν δέχομαι και τον όρο του σεφ», αναφέρει ο ίδιος και συμπληρώνει πως «αν μου έλεγαν να κάνω εκπομπή, θα το έκανα, αλλά κάτω από συνθήκες. Δεν θα πάω για να εξευτελιστώ, γιατί έτσι θα δώσω κακό παράδειγμα και στα παιδιά. Δεν θα ξεχάσω τις αξίες μου. Αλλά σε ένα σπίτι που έχει ανάγκη, ναι, θα το έκανα υπό προϋποθέσεις». Πάνω στη ροή του λόγου μας, αναφέρθηκε πως αγαπά τόσο τα παιδιά και την προσφορά στους ανθρώπους που έχει γίνει εθελοντής στον σύλλογο του Χαμόγελου του Παιδιού, ενώ παράλληλα ήταν ένας από τους βοηθούς στο λιμάνι του Πειραιά, όταν το κύμα των Σύρων προσφύγων ήρθε στην Ελλάδα. «Επαθα πλάκα όταν ένα μικρό παιδί στην ουρά για το ιατρείο που είχε στηθεί με πλησίασε και βγάζοντας το σκουφάκι του παρατήρησα πως ήταν σε μικρή ηλικία. Θέλησα να γνωρίσω καλύτερα τον μικρό και την οικογένειά του και παίρνω τον γιο μου και παίζουμε εκεί στον Ελαιώνα όπου βρίσκονται τώρα. Είναι παιδιά από πόλεμο, δεν ήρθαν για διακοπές εδώ. Ηρθαν να γλιτώσουν από βόμβες και από τον θάνατο. Οταν ο μικρός είχε έρθει να δουν το σπίτι μας, ήταν μεγάλη χαρά, γιατί έτσι έμαθα στα παιδιά να μην ξεχωρίζουν τα υπόλοιπα. Δεν θα μου στερήσει κανείς αυτή τη χαρά. Δεν είναι το Τζάνειο μόνο η ζωή μου». Η κουβέντα μας συνεχίστηκε για πολλή ώρα off the record, κι έτσι με περηφάνια κανονίσαμε να συνεχίσουμε το έργο του, με όποιον τρόπο μπορούμε, καθώς αυτοί οι άνθρωποι κάνουν λειτούργημα κι όχι ένα απλό επάγγελμα. 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Freddo