Αυτή τη φορά, δεν ήταν ο Ρουβίκωνας• και η επιδρομή ήταν ειδικού σκοπού. Ήταν το «Μέτωπο Απελευθέρωης Ζώων (ALF), Αντισπισιστικός Πυρήνας Σφυροφόρων Καταδρομέων». Αυτή ήταν η υπογραφή στην ανάληψη ευθύνης για την επίθεση στο κρεοπωλείο «Γιάννης» στη συμβολή των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου το βράδυ του Σαββάτου. Το κείμενο της οργάνωσης έκανε λόγο για «μικρή ανταπόδοση στη βία στην οποία συμμετέχει έμπρακτα κάθε κρεοπώλης», ενώ ρητά αποδοκίμαζε εκ των προτέρων κάθε κριτική που θα επιχειρούσε να αντιτείνει ότι μία συνοικιακή επιχείρηση ίσως να μην είναι ο ενδεδειγμένος στόχος στην εκστρατεία απελευθέρωσης των ζώων.


Το ζήτημα δεν είναι όμως η απελευθέρωση των ζώων. Το ζήτημα δεν είναι καν η πράξη η ίδια. Είναι αλήθεια ότι την Ελλάδα χαρακτηρίζει μία εντόνως κρεατοφαγική κουλτούρα, ενώ πλήθος τραυματικών εμπειριών έχουν να μεταφέρουν στα αστεακά μας ώτα όσοι μεγάλωσαν σε περιοχές με κτηνοτροφική δραστηριότητα και υπήρξαν θεατές μίας σφαγής ζώου ή –ακόμα χειρότερα- της εκδοράς του δέρματος, προκειμένου το κρέας να περάσει στα χέρια του χασάπη.


Όντως, το κρέας είναι ένα φρικιαστικό συνήθειο της ανθρωπότητας, όταν σταματήσει να είναι απλά κάτι που σερβίρεται και γίνει αντιληπτό ως παράγωγο μιας διαδικασίας που ξεκινάει από ζωάκια τα οποία σφάζονται, ενίοτε υπό φρικιαστικές συνθήκες. Το μόνο που προστατεύει τη συνήθεια είναι η αποστασιοποίηση, η εμπρόθετη άρνηση του καταναλωτή να δει στο πιάτο του κάτι πέρα από ένα μαγειρεμένο φαγητό.


Απ’ αυτή την άποψη, το να απέχει κανείς από την κατανάλωση κρέατος διατηρώντας μία επαρκή διατροφή, θα έπρεπε να είναι κάτι εκτιμητέο. Αντιθέτως, η χορτοφαγία (ή έστω η αποχή από το κρέας) αντιμετωπίζεται ως καρικατούρα μιας εκκεντρικότητας, περισσότερο ένα ταυτοτικό ζήτημα, παρά ένα κοινωνικό αίτημα.


Το στερεότυπο είναι στερεότυπο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκφράσει τον ανθρωπότυπο όλων όσων απέχουν από την κατανάλωση κρέατος. Αυτό που είθισται να καταφέρνουν τα στερεότυπα –ή τουλάχιστον αυτά που δεν είναι εθνοτικά φορτισμένα- είναι να αποκρυσταλλώνουν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή μιας κοινωνικής ομάδας.

Στην περίπτωση της μη-κρεατοφαγίας, το στερεότυπο είναι ο άνθρωπος που είθισται να κοιτάει αφ’ υψηλού όσους «ακόμα» τρώνε κρέας, σαν καθυστερημένα υπολείμματα που όφειλαν να έχουν φύγει προς τα εμπρός ή σαν καθάρματα που ήρθαν σε επαφή με την αντισπισιστική φιλοσοφία του Πίτερ Σίνγκερ και επέλεξαν να την αγνοήσουν παντελώς.


Είναι μία ακόμα έκφανση μίας δημοφιλούς στον 21ο αιώνα κουλτούρας ενός αρκετά αυθαίρετου αισθήματος ανωτερότητας. Ενός κυνηγιού της διαφορετικής οπτικής, όχι επειδή αυτή θα απελευθερώσει εν συνόλω την κοινωνία, αλλά επειδή θα δώσει λαβές στον εκάστοτε φορέα της να αντιμετωπίσει ως πληβείους τους γύρω του. Ενός αρχοντοχωριατισμού που έχει φορέσει τα καλύτερα ρούχα του χιπστερισμού.


Πέρα από την πράξη της καταδρομικής επίθεσης, για την οποία η επικαιρότητα δίνει πλήθος αφορμών να συζητηθεί, εδώ ένα πιο σημαντικό ζήτημα αναδύεται. Την ανάληψη ευθύνης διέπει η παραπάνω φιλοσοφία και μία ευρύτερη αντίληψη συλλογικής και ενσυνείδητης ενοχής, η οποία μπορεί να προσωποποιείται στον εκάστοτε κρεοπώλη της γειτονιάς κατά το δοκούν. Το δε γεγονός ότι αυτή η επίθεση γίνεται στα Εξάρχεια, έχει να κάνει περισσότερο με τον εναλλακτικό χαρακτήρα της περιοχής, παρά με τις πανικόβλητες φαντασιώσεις περί «αβάτου» και «ανομίας».


Αν κάτι λέει υπόρρητα ή σχεδόν ρητά η επίθεση στο κρεοπωλείο της Καλλιδρομίου είναι ότι τα Εξάρχεια αποτελούν μια περιοχή που θα όφειλε να μην έχει κρεοπώλεια. Θα έπρεπε να έχει μεριμνήσει να είναι «καθαρή» από κρεατοφαγία κι όλο αυτό εν συγκρίσει με μία φανταστική εικόνα του τι κάνουν στις –δυτικές φυσικά- χώρες, παρότι αν δει κανείς τα στοιχεία, η Ελλάδα είναι αρκετά χαμηλά στην κατά κεφαλήν κατανάλωση κρέατος, έχοντας σχεδόν τη μισή ποσότητα απ’ αυτή των ΗΠΑ και έναν απ’ τους πιο χαμηλούς δείκτες στην Ευρώπη.


Όμως κανείς δεν θα δει τα στοιχεία. Γιατί το ζήτημα είναι ταυτοτικό. Δεν έχει να κάνει με μία συλλογική χειρονομία βελτίωσης των πραγμάτων, αλλά με την επικύρωση αυτού που κουβαλάει την ξεχωριστή θέση απέναντι σε ένα φανταστικό κοπάδι «μαζανθρώπων», όπως λέει κι η ανάληψη ευθύνης.


Το όραμα των ακτιβιστών είναι λίγο-πολύ το ίδιο μ’ αυτό των καρχαριών του real estate, οι οποίοι αγοράζουν σωρηδόν ιδιοκτησίες στην περιοχή. Τελευταίο κρούσμα είναι η πρόσφατη αγορά 100 διαμερισμάτων από Κινέζο επιχειρηματία. Μία εξαιρετική επένδυση, αν αναλογιστεί κανείς τις τουριστικές επιδόσεις της περιοχής που μάλλον υπερτερούν κάθε άλλης γειτονιάς του κέντρου της Αθήνας.


Είτε γίνεται με το AirBnb το οποίο δεν άφησε ξενοίκιαστο σπίτι στα Εξάρχεια, είτε γίνεται με τις βαριοπούλες των αντισπισιστών, ο σκοπός παραμένει ίδιος. Μία περιοχή ελαφρώς κακόφημη (αλλά όχι πραγματικά επικίνδυνη), εντός της οποίας διαφορετικά –και για τους φορείς τους, ανώτερα- κουρέματα και ντυσίματα θα μπορούν να περιφέρουν τη διαφορετικότητά τους από το juice bar στο κινέζικο fast food και πάλι πίσω.


Ό,τι ευγενές υπάρχει στον σκοπό του αντισπισισμού –και ο πυρήνας του παραμένει ένας απ’ τους πιο ευγενείς σκοπούς σήμερα- θάβεται και γίνεται αγνώριστο υπό το βάρος του πτωχού ελιτισμού απ’ τον οποίο υποκινείται.