Μαύρο ταχίνι: Το superfood που λίγοι ξέρουν αλλά κάνει θαύματα στο σώμα
Περιέχει περισσότερες φυτικές ίνες από το λευκό
Το μαύρο ταχίνι είναι το superfood που δεν γνωρίζαμε ότι χρειαζόμαστε
Τα τελευταία χρόνια πολύ κόσμος προτιμάει το μαύρο ταχίνι, ενώ η άνοδός του δεν οφείλεται απλώς στο ασυνήθιστο σκούρο χρώμα ή σε κάποια διατροφική μόδα, αλλά σε ένα προσεγμένο θρεπτικό προφίλ που απευθύνεται σε ένα κοινό που γνωρίζει και ψάχνει ουσία.
Όποιος δοκιμάζει μαύρο ταχίνι για πρώτη φορά, καταλαβαίνει αμέσως πως δεν έχει να κάνει απλώς με μια σκούρα εκδοχή του γνωστού προϊόντος. Η γεύση του είναι πιο βαθιά, με διακριτική πικράδα και αρώματα που παραπέμπουν σε ξηρούς καρπούς, καφέ ή ακόμη και κακάο. Δεν «χάνεται» εύκολα μέσα σε μια συνταγή, αντιθέτως φροντίζει να αφήσει το αποτύπωμά του, δίνοντας ένταση και πολυπλοκότητα. Η έντονη γευστική του ταυτότητα, το καθιστά λιγότερο ουδέτερο, αλλά ιδανικό για όσους αναζητούν κάτι το ιδιαίτερο.
Η θρεπτική αξία πίσω από το σκούρο χρώμα
Το μαύρο ταχίνι συγκαταλέγεται στα τρόφιμα υψηλής διατροφικής πυκνότητας, καθώς ακόμη και μικρές ποσότητες του παρέχουν πληθώρα θρεπτικών ουσιών. Είναι πλούσιο σε μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά, πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, αλλά και βασικά μέταλλα, όπως ασβέστιο, μαγνήσιο, φώσφορο, σίδηρο και ψευδάργυρο. Παράλληλα, περιέχει λιγνάνες, κυρίως σεσαμίνη, οι οποίες έχουν συνδεθεί με αντιοξειδωτική και καρδιοπροστατευτική δράση, γεγονός που αυξάνει το επιστημονικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο προϊόν.
Παρά τα οφέλη του, το μαύρο ταχίνι έχει υψηλή θερμιδική πυκνότητα. Συνεπώς, η ποσότητα παίζει ρόλο. Μία έως δύο κουταλιές της σούπας την ημέρα είναι αρκετές για να προσφέρουν διατροφικά οφέλη χωρίς να επιβαρύνουν την ημερήσια πρόσληψη θερμίδων. Δεν υποκαθιστά άλλα τρόφιμα, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί εύκολα, σ’ ένα πρότυπο διατροφής που δίνει έμφαση στην ποιότητα και τη θρεπτική αξία.
Το μαύρο ταχίνι δεν χρειάζεται εντυπωσιασμούς για να κερδίσει την προσοχή. Η αξία του βρίσκεται στην ποιότητα της πρώτης ύλης, στην πλούσια διατροφική του σύνθεση και στη μοναδική του γεύση. Αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας σύγχρονης, συνειδητής διατροφής.
Πώς φτιάχνεται το μαύρο ταχίνι
Η παρασκευή του μαύρου ταχινιού ακολουθεί τη φιλοσοφία του παραδοσιακού, με μικρές αλλά σημαντικές διαφοροποιήσεις. Οι σπόροι καθαρίζονται προσεκτικά και στη συνέχεια είτε αποξηραίνονται είτε καβουρδίζονται ελαφρά, αναλόγως με το εάν επιδιώκεται η μέγιστη διατήρηση των θρεπτικών στοιχείων του ή η ανάδειξη της γεύσης και της πεπτικότητας του. Η άλεση γίνεται με αργό ρυθμό, ώστε να μην αυξηθεί η θερμοκρασία της πάστας και να απελευθερωθούν σταδιακά τα φυσικά έλαια του σουσαμιού. Το αποτέλεσμα είναι μια παχύρρευστη, βελούδινη πάστα με ξεκάθαρο χαρακτήρα και έντονη προσωπικότητα.Όποιος δοκιμάζει μαύρο ταχίνι για πρώτη φορά, καταλαβαίνει αμέσως πως δεν έχει να κάνει απλώς με μια σκούρα εκδοχή του γνωστού προϊόντος. Η γεύση του είναι πιο βαθιά, με διακριτική πικράδα και αρώματα που παραπέμπουν σε ξηρούς καρπούς, καφέ ή ακόμη και κακάο. Δεν «χάνεται» εύκολα μέσα σε μια συνταγή, αντιθέτως φροντίζει να αφήσει το αποτύπωμά του, δίνοντας ένταση και πολυπλοκότητα. Η έντονη γευστική του ταυτότητα, το καθιστά λιγότερο ουδέτερο, αλλά ιδανικό για όσους αναζητούν κάτι το ιδιαίτερο.
Μαύρο ταχίνι VS λευκό
Σε επίπεδο μακροθρεπτικών συστατικών, και οι δύο εκδοχές είναι πλούσιες σε καλά λιπαρά και φυτική πρωτεΐνη. Οι διαφορές, ωστόσο, εμφανίζονται στα μικροθρεπτικά στοιχεία. Το μαύρο ταχίνι, λόγω της παρουσίας του φλοιού, περιέχει περισσότερες φυτικές ίνες, υψηλότερες ποσότητες ασβεστίου και σιδήρου, καθώς και μεγαλύτερη συγκέντρωση αντιοξειδωτικών. Από την άλλη, το λευκό ταχίνι είναι πιο ήπιο στη γεύση και ευκολότερο στη χρήση, ενώ το μαύρο ελκύει όσους αναζητούν μια πιο ολιστική, λιγότερο επεξεργασμένη επιλογή.Η θρεπτική αξία πίσω από το σκούρο χρώμα
Το μαύρο ταχίνι συγκαταλέγεται στα τρόφιμα υψηλής διατροφικής πυκνότητας, καθώς ακόμη και μικρές ποσότητες του παρέχουν πληθώρα θρεπτικών ουσιών. Είναι πλούσιο σε μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά, πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, αλλά και βασικά μέταλλα, όπως ασβέστιο, μαγνήσιο, φώσφορο, σίδηρο και ψευδάργυρο. Παράλληλα, περιέχει λιγνάνες, κυρίως σεσαμίνη, οι οποίες έχουν συνδεθεί με αντιοξειδωτική και καρδιοπροστατευτική δράση, γεγονός που αυξάνει το επιστημονικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο προϊόν.
Παρά τα οφέλη του, το μαύρο ταχίνι έχει υψηλή θερμιδική πυκνότητα. Συνεπώς, η ποσότητα παίζει ρόλο. Μία έως δύο κουταλιές της σούπας την ημέρα είναι αρκετές για να προσφέρουν διατροφικά οφέλη χωρίς να επιβαρύνουν την ημερήσια πρόσληψη θερμίδων. Δεν υποκαθιστά άλλα τρόφιμα, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί εύκολα, σ’ ένα πρότυπο διατροφής που δίνει έμφαση στην ποιότητα και τη θρεπτική αξία.
Το μαύρο ταχίνι δεν χρειάζεται εντυπωσιασμούς για να κερδίσει την προσοχή. Η αξία του βρίσκεται στην ποιότητα της πρώτης ύλης, στην πλούσια διατροφική του σύνθεση και στη μοναδική του γεύση. Αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας σύγχρονης, συνειδητής διατροφής.
En