Οι παλιές νοικοκυρές ξέρουν κάποια μαγειρικά κόλπα που τα γνώρισαν στην πράξη όλα τα χρόνια που μαγειρεύουν. Η υφή της
μαρμελάδας πρέπει να είναι σταθερή, τόσο που να αλείφεται, ή ελαφρώς πιο υδαρής, ανάλογα με το είδος του φρούτου (κάποιες μαρμελάδες δεν πήζουν πολύ) – πάντως δεν πρέπει να είναι υγρή και νερουλή. Πώς ξέρουμε όμως πότε η μαρμελάδα έχει πήξει αρκετά και είναι έτοιμη;
Πώς καταλαβαίνουμε ότι έδεσε η μαρμελάδα;
Η μαρμελάδα πήζει όταν επιτυγχάνεται η σωστή συγκέντρωση πηκτίνης. Αυτό κατά κανόνα συμβαίνει όταν η θερμοκρασία της φτάσει στους 105°C. Στην όψη δεν θα καταλάβουμε αν έχει δέσει, γιατί όσο είναι ζεστή είναι αρκετά υδαρής. Ένα κόλπο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ρίξουμε μία κουταλιά σε ένα πιάτο, να τη φυσήξουμε ώστε να κρυώσει και να τραβήξουμε μια γραμμή με το δάχτυλό μας: αν μένει «δρόμος» που δεν ενώνεται γρήγορα, σημαίνει ότι η μαρμελάδα έχει δέσει. Επίσης, θα δούμε ότι όταν κρυώσει η κουταλιά, σχηματίζεται κάτι σαν μεμβράνη στην επιφάνειά της, η οποία ζαρώνει όταν την ακουμπάμε με το δάχτυλό μας.
Και αν δεν έπηξε καλά η μαρμελάδα;
Την ξαναβράζουμε μέχρι να δέσει. Αν πρόκειται για φρούτα με χαμηλή ή μέτρια οξύτητα (σύκα, κεράσια, μπανάνες, νεκταρίνια, ροδάκινα, βατόμουρα, βερίκοκα, αχλάδια, ντομάτες), θα βοηθούσε να προσθέσουμε λίγη πηκτίνη μήλου, που θα βρούμε στα σούπερ μάρκετ ή στα μπαχαράδικα.