Photo
Lifestyle

Φραγκολιάς: Με παρενόχλησαν δυο πολύ γνωστοί σχεδιαστές μόδας

Τι αποκαλύπτει στη συνέντευξή του στην ΟΝ ΤΙΜΕ

Του αρέσει η ταχύτητα και λατρεύει τις μοτοσικλέτες. Ο Κώστας Φραγκολιάς ήθελε από παιδί να έχει την αίσθηση της ελευθερίας, που όμως ποτέ δεν καταχράστηκε, γιατί πάντα σεβόταν τη μάνα του, καθώς δέθηκε περισσότερο μαζί της όταν από 13 χρόνων «έχασε» τον πατέρα του. Αθλητής, μοντέλο, παρουσιαστής και ηθοποιός... μπαινοβγαίνει μ’ επιτυχία σε πολλούς επαγγελματικούς χώρους.

Είναι ευγενής, απλός, αεικίνητος, δουλευταράς, καλό παιδί, αλλά και πειραχτήρι. «Happy Day» τύπος με τη… βούλα, αφού «κόλλησε» τηλεοπτικά εδώ και οκτώ χρόνια με τη Σταματίνα Τσιμτσιλή.

Δεν εγκλωβίστηκε στην ετικέτα του ωραίου άνδρα, που αναμφισβήτητα είναι. Του αρέσει να τσαλακώνεται, όπως τώρα που μεταμορφώνεται σε τέρας για χάρη του ρόλου του.

Πρωταγωνιστεί στο έργο «Η πεντάμορφη και το τέρας», σε διασκευή – σκηνοθεσία Κέλλυς Σταμουλάκη, ένα παιδικό υπερθέαμα που ταξιδεύει στην Ελλάδα. Για όλα μίλησε στην «ΟΝ time».

Αναφέρθηκε στις απώλειές του, στα πάθη και στις επιλογές του, στη λαϊκή αγορά όπου πουλούσε ψάρια δίπλα στη μάνα του, στο μόντελινγκ, στις σχέσεις της ζωής του. Κι ακόμα μας αποκάλυψε τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις που βίωσε στο χώρο της μόδας, αλλά και τον έρωτα ο οποίος τον χτύπησε... δύο φορές με την ίδια πεντάμορφη κι είναι έτοιμος να κάνει το επόμενο βήμα.

Πού γεννήθηκες; Πώς ήσουν ως παιδάκι;

Γεννήθηκα στην Αθήνα και οι γονείς μου έμεναν στη Γλυφάδα. Εκεί έζησα μέχρι τεσσάρων χρονών. Μετά πήγαμε στο Νέο Ηράκλειο. Ήμουν ένα ανήσυχο παιδάκι. Πάντα ήθελα ν’ ασχολούμαι με κάτι. Ήμουν αεικίνητος. Στο σχολείο ήμουν καλός στα θεωρητικά μαθήματα. Μου άρεσε το σχολείο, περνούσα ωραία, με τις παρέες μου, τα παιχνίδια μου. Μετά φύγαμε και Γυμνάσιο – Λύκειο πήγα στη Λυκόβρυση. Μεγάλωσα σε αλάνες κι είχα την ευκαιρία να βγαίνω έξω και να εξερευνώ με το ποδήλατό μου τον κόσμο ή να κάνουμε πεζοπορίες με τους φίλους μου. Έχω μια αδελφή, την Εύη, που είναι τρία χρόνια μικρότερή μου και μένει στην Ελβετία. Τον πατέρα μου τον έλεγαν Βασίλη, ήταν επιχειρηματίας, είχε αλυσίδα σουπερ μάρκετ, αλλά δυστυχώς τον «έχασα» από καρκίνο στον εγκέφαλο όταν ήμουν μόλις 13 χρόνων.

Μεγάλη πληγή αυτό για ένα παιδί.

Δεν υπήρξε ποτέ πληγή. «Απώλεια» ναι, αλλά πληγή όχι. Στην οικογένεια ήδη είχαμε χάσει τον παππού μου, δύο γιαγιάδες και στο ευρύτερο περιβάλλον μου άνθρωποι «έφευγαν». Με πείραξε ότι αυτό έτυχε και στον πατέρα μου, αλλά δεν πληγώθηκα γιατί το έβλεπα γύρω μου και το είχα ξαναζήσει μέσα στην οικογένειά μου. Θεωρούσα όμως ότι ήμουν άτυχος. Έτσι ένιωθα. 

Πώς είναι για ένα αγόρι -που το αγόρι έχει πρότυπο τον πατέρα του- να μην τον έχει κοντά του π.χ. στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας; Σου έλειψε πολύ σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή της ζωής σου; 

Θα ήθελα να βρισκόταν κοντά μου στις ωραίες μου αθλητικές στιγμές. Κατά τα άλλα, ως χαρακτήρας δεν ζητάω συμβουλές. Προτιμάω να ζυγίζω μόνος μου τα πράγματα και να ανακαλύπτω εμπειρικά ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Αν υπήρχε ο πατέρας μου δεν ξέρω αν θα ήμουν αλλιώς. 

Μίλησέ μου για τη μητέρα σου, Μαρία, καθώς ανέλαβε διπλό ρόλο κι έμεινε χήρα σε νεαρή ηλικία, με δύο παιδιά. 

Όπως το λες. Ήταν μάνα και πατέρας μαζί, με μεγάλη κατανόηση. Όσο ζούσε ο πατέρας μου δεν δούλευε. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για να μας μεγαλώσει, αλλά τα κατάφερε πολύ καλά. Δεν μας έλειψε κάτι.

Πήρες πολλή αγάπη;

Ναι, αλλά όχι με τη κλασική έννοια. Κι εννοώ «έλα να σε πάρω αγκαλίτσα» ή να σου πω «σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς». Αλλά όποτε χρειάστηκα τη θαλπωρή, την αγάπη, τη ζεστασιά από τη μητέρα μου, την είχα. Η μητέρα μου δεν ήταν αυστηρή με μένα γιατί δεν έκανα πράγματα που να χρειαστεί να με μαλώσει. Δηλαδή, κοιτούσα μεγαλώνοντας να μην εκμεταλλευτώ το ότι η μητέρα μου δεν ήταν συνεχώς σπίτι γιατί δούλευε. Πρόσεχα να μην την εκθέσω και τη στενοχωρήσω, γιατί αυτό θα σήμαινε κι ότι θα χάσω την ελευθερία μου και δεν θα μπορώ να κάνω πράγματα που ήθελα. Αντιθέτως η αδελφή μου, που ήταν «αγοροκόριτσο», κάποιες φορές δεν τις απέφευγε τις τιμωρίες.

Από τα δώδεκά σου χρόνια έχεις πολύ μεγάλη αγάπη στις μοτοσικλέτες. Ήταν ο τρόπος που βρήκες για να ξεδίνεις;

Όχι, δεν ήταν αυτό. Η εμπειρία που είχα με το ποδήλατο, το αίσθημα που μου δημιουργούσε το ποδήλατο και το πόσο γρήγορα μπορούσες να πας από το ένα μέρος στο άλλο, με τις μοτοσικλέτες αυτό μπορούσες να το κάνεις πολύ πιο γρήγορα. Δηλαδή ήταν η αίσθηση της ελευθερίας που μεγάλωνε και πολλαπλασιαζόταν.

Σου αρέσει η ταχύτητα; Τρέχεις;

Ναι, αλλά με προσοχή.

Έχεις πέσει με τη μηχανή; Κινδύνεψες;

Έχω 15 πτώσεις, αλλά ευτυχώς όχι σοβαρό τραυματισμό. Επειδή με το ποδήλατο έφαγα πολλές τούμπες, αυτό με βοήθησε να χειρίζομαι πιο εύκολα τις μοτοσικλέτες. Το λέω όμως ότι υπήρξα και τυχερός, γιατί σε κάποιες πτώσεις με τη μηχανή θα μπορούσα να έχω χτυπήσει σοβαρά.

 Μηχανόβιος ναι. «Αλητάκος» ήσουν;

Όχι. Δεν έμπλεξα ποτέ, δεν κάπνισα ποτέ, δεν δοκίμασα ναρκωτικά ποτέ. Η μάνα μου μού έλεγε «Κώστα, θέλω να γυρίσεις στη μία» κι εγώ γύριζα. Ήμουν συνεπής στο λόγο που έδινα. Δεν κοίταγα να το εκμεταλλευτώ. Ήμουν λογικό παιδί και σεβόμουν τη μητέρα μου.

Ήσουν ο ωραίος του σχολείου; Μεγάλωσες με αυτή την αίσθηση; Τα κορίτσια έτρεχαν πίσω σου;

Όχι. Εγώ ήμουν με φόρμες, αθλητικά ρούχα, έπαιζα μπάλα στο διάλειμμα, τρεχάλα, δεν ήμουν ο γόης του σχολείου. Είχα φάει και κάνα δυο «χυλόπιτες» από κορίτσια που μου άρεσαν, οπότε κάθε άλλο παρά γόης ήμουν. Δεν ένιωσα ποτέ έτσι. 

Η μητέρα σου ξαναπαντρεύτηκε;

Ναι, πολύ αργότερα. Ήθελα να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Με τον πατριό μου δεν είχαμε προβλήματα. Όλα καλά.

Είχες σκεφτεί από μικρός ότι ήθελες να είσαι μέσα στα φώτα της δημοσιότητας;

Όχι. Δεν είχα τέτοιες ιδέες. Εγώ ήθελα να γυρίσω τον κόσμο. Να γνωρίσω αυτά που έβλεπα σε ταινίες, σε φωτογραφίες, σε βιβλία, σε εγκυκλοπαίδειες. Αυτό ήθελα. Να δω πράγματα που ήταν μακριά από την Ελλάδα. Από μικρός όταν με ρώταγαν «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» πάντα έλεγα ποδοσφαιριστής.  Πράγματι από τα δώδεκα έως τα δεκατέσσερά μου χρόνια μπήκα στον Παναθηναϊκό – αν και Ολυμπιακός (γέλια). Όμως επειδή θα έπρεπε από τη Λυκόβρυση που μέναμε να με κατεβάζει η μητέρα μου στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και να έρχεται μετά να με παίρνει, δεν μου άρεσε να την ταλαιπωρώ. Έτσι κάπου εκεί σταμάτησα το επαγγελματικό ποδόσφαιρο και ασχολήθηκα μόνο με τον τοπικό αθλητικό σύλλογο. Τέλειωσα το σχολείο, πήγα φαντάρος κι ενώ είχα περάσει Βιβλιοθηκονομία Αθηνών, δεν γράφτηκα καν στη σχολή.

Τότε άρχισες να σκέφτεσαι τι επάγγελμα θα κάνεις;

Ναι, έλεγα: «Τι θα κάνω από δουλειά;». Τότε η μητέρα μου είχε πάγκο στη λαϊκή αγορά και πουλούσε ψάρια μαζί με τον πατριό μου, που ήταν συνταξιούχος στρατιωτικός και την βοηθούσε. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Ήμουν ο καλύτερος κράχτης. «Εδώ τα καλά ψάρια» φώναζα κι είχα το «μπλα μπλα» στην πώληση. Έπειθα τις πελάτισσες (γέλια). Επίσης ήμουν πολύ γρήγορος στο καθάρισμα γαύρου και σαρδέλας. Όμως κάποια στιγμή η μητέρα μου μας είπε (και στην αδελφή μου την Εύη) ότι δεν θα μείνει άλλο Αθήνα και θα μετακομίσει στο πατρικό μας σπίτι στη Ραφήνα. Η αδελφή μου ήταν τότε στα δεκαεφτά της κι εγώ 20 χρόνων. Μείναμε μαζί στο Γαλάτσι. Συνέχισα να δουλεύω στη λαϊκή αγορά, αλλά για να αυξήσω το εισόδημά μου άρχισα Παρασκευο-σαββατοκύριακα να δουλεύω ως μπάρμαν σε κλαμπ, στην ομάδα του Βασίλη Τσιλιχρήστου. Συγχρόνως πολλές φορές τα απογεύματα πήγαινα κι έκανα διαφημιστικά promotion. Με είχε πάρει στη δουλειά ο Γιώργος Κουτούλιας. Κι όλα αυτά τα έκανα γιατί ήθελα να πάρω μια μοτοσικλέτα που μου άρεσε.    

Πώς προέκυψε το μόντελινγκ;

Ένα απόγευμα -γιατί δούλευα και σε καφέ μπαρ- με είδε η Αντιγόνη Δέλιου, υπεύθυνη γνωστού πρακτορείου μοντέλων. Έχω δουλέψει πολύ. Δεν με φοβίζει η δουλειά. Έτσι από εκείνη τη συνάντηση με την Αντιγόνη Δέλιου, ξεκίνησα ως μοντέλο σε πολλές διαφημίσεις. Επίσης τότε έκανα και παρουσιάσεις στο MAD TV.

Το μεγάλο όνειρο με τις διεθνείς πασαρέλες στις οποίες περπάτησες ως μοντέλο (Ferre, Armani, Roberto Cavalli κ.ά.) πώς και πότε ξεκίνησε;

Ξεκίνησε το 2000-2001. Έβλεπα που έφευγαν στο εξωτερικό ο Γιάννης Σπαλιάρας, ο Φώτης Γιαννιώτης, ο Παρασκευάς Μπουμπούρακας, ο Μάνος Πανταζής. Έτσι το σκέφτηκα, μου άρεσαν και τα ταξίδια και η εξερεύνηση, οπότε το τόλμησα. Βρήκα πρακτορείο μοντέλων και έφυγα. Πήγα στο Μιλάνο. Στην αρχή δεν τα κατάφερα. Κι ο λόγος ήταν αστείος. Για ένα διαφημιστικό στην Ελλάδα είχα κάνει τα μαλλιά μου ξανθά, έδειχνα λίγο punk και δεν με ήθελαν στις δουλειές γιατί η αγορά στο Μιλάνο είναι πιο κλασική. Για ένα τρίμηνο δεν είχα κλείσει ούτε μία δουλειά. Ξαφνικά πήρα την απόφαση και σχεδόν ξύρισα τα μαλλιά μου. Αυτό ήταν. Έγινε χαμός από δουλειές. Ο πρώτος σχεδιαστής που με εμπιστεύθηκε ήταν ο Ferre.

Έτσι λοιπόν μπήκες στο «παιχνίδι» τις δημοσιότητας, μέσα στα φανταχτερά φώτα.

Στα φανταχτερά φώτα ναι, στη δημοσιότητα όχι, γιατί κανείς δεν ξέρει εδώ τι κάνεις εσύ στο Μιλάνο. Γνωστός έγινα στην Ελλάδα από τη σχέση μου με την Άννα Βίσση. Τότε με την Άννα με γνώρισαν όλοι και απέκτησα δημοσιότητα. Έτσι μπήκα στο χώρο της σόουμπιζ.

Σε ενοχλεί που ο κόσμος, ενώ έχεις κάνει πολλά πράγματα και πέτυχες, σε έχει συνδέσει με την Άννα Βίσση;

Δεν με ενοχλεί. Με ενοχλεί το να μένει μόνο σε αυτό. Αλλά ότι έγινα γνωστός μέσω της Άννας, το ξέρω και το αναγνωρίζω.

Από εκεί και πέρα πόσο αυτή η σχέση σε βοήθησε να ελιχθείς και να κάνεις πράγματα; Σου άνοιξε πόρτες;

Σε κάποια πράγματα ναι, σε άλλα όχι. Γιατί ο κόσμος έχει μια άποψη, το να είσαι γνωστός θα σου ανοίξουν διάπλατα πόρτες, λεφτά κ.λπ. Τότε που εγώ έκανα το μόντελινγκ, δεν ήταν πάντα πολύ καλό όλο αυτό, καθώς ανέβηκε το κασέ μου γιατί έγινα γνωστός και λόγω της σχέσης μου. Υπήρξαν και κάποιοι πελάτες που έλεγαν: «Δεν θέλω τα κοστούμια μου να τα βάλει κάποιος που έχει  δυνατό brand name. Εγώ θέλω απρόσωπα μοντέλα, που δεν είναι γνωστά». Το να γίνει κάποιος διάσημος έχει και τα καλά του, έχει και τα κακά του.

Απ’ ό,τι καταλαβαίνω οι δύο γυναίκες που πίστεψαν αρχικά σε σένα ήταν η Άννα Βίσση, με την οποία τότε ήσασταν ζευγάρι, και η φίλη σου Ρούλα Κορομηλά στο πλευρό της οποίας έκανες μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση με το «ΟΛΕ».

Ναι, έτσι είναι. Η Ρούλα είναι φίλη μου κι αν προκύψει μιλάμε πού και πού στα social μας. Έχω πολύ ωραία συναισθήματα για εκείνη. Η Ρούλα ήταν «μεγάλο σχολείο» για μένα. Είναι μεγάλο κεφάλαιο στην τηλεόραση. 

Με την Άννα Βίσση μιλάτε σήμερα; Αν ερχόταν στο «Happy Day» θα σε ενοχλούσε; Θα ένιωθες άβολα;

Μιλάμε αραιά και πού. Όχι καλέ, μια χαρά. Μακάρι να έρθει.

Έβγαλες πολλά λεφτά από το μόντελινγκ;

Εντάξει, όχι πολλά. Κανονικά. Νομίζω όμως ότι ήμουν σπάταλος. Έβγαινα έξω, διασκέδαζα, ξόδευα αρκετά σε καλά εστιατόρια κι εννοείται αγόρασα πολλές μοτοσικλέτες. Επίσης ξόδεψα αρκετά χρήματα από το 2000 και μετά για τη συλλογή μου με ποδοσφαιρικά παπούτσια. Είναι η άλλη μεγάλη τρέλα μου (γέλια). Έχω φίρμες ποδοσφαιρικά παπούτσια που είναι συλλεκτικές σειρές. Τη συλλογή μου την προσέχω πολύ. Είναι στα κουτιά τους, αφόρετα, στα καλαπόδια τους. Το «καμάρι» μου είναι ένα ζευγάρι που κυκλοφόρησε το 2004 για τον Κριστιάνο Ρονάλντο από γνωστή εταιρεία -βγήκε σε 1.998 αριθμημένα κομμάτια κι εγώ έχω το 777- κι είναι όλο από ανθρακόνημα. 

Σου άρεσαν όλες αυτές οι επαγγελματικές αλλαγές (ποδοσφαιριστής, μοντέλο, παρουσιαστής, ηθοποιός) ή σε πήγε η ζωή και την ακολούθησες;

Μου αρέσουν. Κι αυτό γιατί πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο «καθαρίζει» το μυαλό σου! Βγαίνεις από τα κλισέ και μεταβαίνοντας σε κάτι άλλο μπορεί κι αυτό να σου δώσει κάτι που εσύ δεν το είχες καν σκεφτεί! Αυτή η ενασχόληση με διάφορα πράγματα εμένα τουλάχιστον μου ξεκουράζει το μυαλό. 

Πώς σου προέκυψε η ηθοποιία; Δέχτηκες «πόλεμο» γιατί από μοντέλο μεταπήδησες στο θεατρικό χώρο;

Όταν πήγα στη Νέα Υόρκη για το μόντελιγνκ παρακολούθησα στο πανεπιστήμιο σεμινάρια υποκριτικής. Κι αυτό το έκανα γιατί καταλάβαινα ότι θα ήταν η επόμενη επαγγελματική μου μετάβαση. Θυμάμαι ότι μου το έλεγαν και κάποιοι όταν έκανα μόντελινγκ. Η Αμερική ήταν άλλο μεγάλο σχολείο. Άλλος κόσμος, αξιοκρατία, δεν τολμάς ν’ αργήσεις ούτε λεπτό, είναι επαγγελματίες. Τους άρεσε ότι είχα ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο και πλήρωνα λιγότερα δίδακτρα, ήταν σαν υποτροφία. Είχα το πανεπιστήμιο, έπαιζα μπάλα στο πανεπιστήμιο, συνέχιζα το μόντελινγκ και δούλευα και σε μπαράκι τα βράδια. Ήταν ωραία η ζωή μου. Μου «κάθισε» μια δουλειά στην Ελλάδα για ένα διαφημιστικό, γυρνάω και παράλληλα γίνεται ένα κάστινγκ για την ταινία «Λούφα και Απαλλαγή» σε σενάριο – σκηνοθεσία Βασίλη Κατσίκη. Με πήραν κι έτσι ξεκίνησα το ωραίο ταξίδι της υποκριτικής. Στο σανίδι ανέβηκα για πρώτη φορά όταν με πήρε ο σκηνοθέτης Γιώργος Λιβανός να παίξω στο «Δαχτυλίδι του Λεονάρντο», που ανέβασε στο «Studio Κυψέλης». Στο χώρο με αποδέχτηκαν πολύ ζεστά. Τουλάχιστον μπροστά μου δεν δέχτηκα πόλεμο. Πίσω μου δεν ξέρω...

Όμως έχεις μπει δυναμικά και στην τηλεόραση. Όχι μόνο στην παρουσίαση, αλλά και ως ηθοποιός. Προσφάτως σε είδαμε στο «Άσε μας ρε μαμά» στον Alpha, όπου διεκδίκησες -χωρίς επιτυχία- την Παναγιώτα Βλαντή κι η Μίρκα Παπακωνσταντίνου έπαιζε τη μαμά σου.

Πέρασα τέλεια! Γελάσαμε πάρα πολύ.

Επίσης για 8ο  χρόνο είσαι στην ομάδα παρουσίασης του πετυχημένου «Happy Day» με τη Σταματίνα Τσιμτσιλή στον Alpha. Είστε τόσο ευτυχισμένοι όσο δείχνετε μπροστά στις κάμερες;

Ναι. Δεν υπήρξε ποτέ έντονη διαφωνία. Οι διαφωνίες μας είναι πάντα ασήμαντες. Τα συζητάμε όλα για να καταλήξουμε κάπου.

Θα συνεχίσεις στο «Happy Day»; Τι σου αρέσει στη Σταματίνα Τσιμτσιλή;

Τώρα γίνονται οι συζητήσεις. Η πρόθεσή μου είναι να συνεχίσω. Θα δούμε. Μου αρέσει. Τη Σταματίνα (Τσιμτσιλή) την γνωρίζω 25 χρόνια. Είναι έξυπνη, δούλεψε και δουλεύει πολύ, εξελίχτηκε κι εγώ αυτά τα εκτιμάω. Θα σου αποκαλύψω και κάτι σημαδιακό. Με τη Σταματίνα κάποια στιγμή χαθήκαμε. Βρεθήκαμε τυχαία μετά από χρόνια, καλοκαίρι στην Πάρο, στην παραλία. Λιαζόταν στην ξαπλώστρα της, αρχίσαμε να μιλάμε και ξαφνικά ήρθαν δύο μεγάλα κύματα. Τότε στα πόδια μου μπλέχτηκε ένας πλαστικός σταυρός σ’ έναν γαλάζιο σπάγκο. Τον έχω κρατήσει ως γούρι. Η Σταματίνα το θεώρησε σημαδιακό και μου είπε: «Έλα να κάνεις μια οντισιόν για την εκπομπή». Αν και δεν το σκεφτόμουν καν, πήγα και πράγματι με πήραν. Μου αρέσει ο ρόλος μου στην εκπομπή. Είμαι λίγο πιο απόμακρος κι έχω την άποψη του τηλεθεατή. Αυτό αρέσει στην παραγωγή. Στη Σταματίνα μου αρέσει ο επαγγελματισμός της. Ξέρει να μιλήσει, να σταθεί, είναι διαβασμένη, σέβεται. Δεν έχουμε διαφωνήσει ποτέ. Έχουμε ίδιο τρόπο σκέψης. Είμαστε πραγματικά «happy» όλοι οι συντελεστές της εκπομπής.     

Η πιο συγκινητική στιγμή που έχεις ζήσει στο «Happy Day» ποια ήταν; Και η πιο δύσκολη;

Όταν πέρσι μού έκαναν έκπληξη στα γενέθλια μου και έφεραν στο στούντιο την κοπέλα μου Δώρα Πατσιώτη. Κρατήθηκα να μη δακρύσω, αλλά μου άρεσε πολύ. Όταν τσακωθήκαμε με τον Δήμο Βερύκιο για το «Μακεδονικό» ήταν από τις πιο δύσκολες στιγμές μου. Δεν μου άρεσε.

Να πάμε και στην προσωπική σου ζωή. Συζείτε αρκετά χρόνια με την κούκλα επιχειρηματία Δώρα Πατσιώτη. Τι έχει η Δώρα που κρατάει τόσα χρόνια ζωντανό τον έρωτα σας;  

Τώρα κλείσαμε πέντε χρόνια αλλά ήμασταν και πιο παλιά μαζί. Ήταν πριν φύγω Αμερική, όταν δούλευα μαζί με τη Ρούλα Κορομηλά στο «ΟΛΕ» και συγχρόνως έπαιζα ποδόσφαιρο στον Ατρόμητο. Επιπλέον τα Σαββατοκύριακά μου ήμουν κάπου στην Ελλάδα και έπαιζα ποδόσφαιρο, οπότε δεν είχα χρόνο για  τη σχέση μας. Έτσι χωρίσαμε. Μετά από δεκατρία χρόνια οι συνθήκες άλλαξαν, η Δώρα χρειάστηκε τη βοήθειά μου σε κάτι, της την έδωσα απλόχερα, τα ξαναβρήκαμε και μετά από έναν χρόνο ήρθε σπίτι μου μαζί με τις τρεις γάτες της. Και να σκεφτείς ότι ήμουν αλλεργικός στις γάτες, αλλά έγινα καλά. Με αυτές τις τρεις γάτες δεν με πιάνει η αλλεργία! Άμα χαϊδέψω άλλες γάτες, με ξαναπιάνει η αλλεργία μου! Ταιριάζουμε σε πολλά πράγματα με τη Δώρα, σε άλλα συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Εννοείται ότι είναι μια πολύ όμορφη κοπέλα και μου άρεσε από την πρώτη στιγμή. Είναι φοβερή νοικοκυρά. Είναι σαν τη μάνα μου. Υπέροχη μαγείρισσα. Είναι πολλά τα καλά της.

Ποιο είναι το μεγαλύτερό της προτέρημα και ποιο το μεγαλύτερό της ελάττωμα;

Το μεγαλύτερό της προτέρημα είναι ότι έχει πλάνο. Βλέπει μπροστά, ξέρει πώς να πετύχει το στόχο της. Το σχεδιάζει με πολύ ωραίο τρόπο. Επίσης δεν είναι γατούλα. Ό,τι θέλει το ζητάει στα ίσια και το παίρνει. Το μεγάλο προσόν της είναι ότι κοιμάται πολλές ώρες κι έτσι έχω την ελευθερία να κάνω πράγματα για μένα. Π.χ. εμείς με την Ομάδα του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών παίζουμε μπάλα 9 η ώρα το πρωί. Εκείνη την ώρα η Δώρα κοιμάται. Εγώ στις 12 το μεσημέρι θα είμαι σπίτι, οπότε δεν έχω γκρίνια. Είναι ξεροκέφαλη -αυτό είναι το ελάττωμά της- και ότι καπνίζει.

Αυτό τον καιρό κάνεις περιοδεία ανά την Ελλάδα με μια πολύ ωραία παράσταση, την «Πεντάμορφη και το τέρας» το παραμύθι που διασκεύασε και σκηνοθέτησε η Κέλλυ Σταμουλάκη, η οποία ασχολείται με επιτυχία πολλά χρόνια με το παιδικό θέατρο. Αυτό δείχνει ότι αγαπάς τα παιδιά.

Ναι, τα αγαπάω. Έχω δύο βαφτισιμιούς, παιδιά φίλων μου, τα νοιάζομαι πολύ. Όμως το βλέπω και ως ένα «σχολείο» μ’ ένα πολύ δύσκολο κοινό που είναι τα παιδιά και είναι ένα «στοίχημα» για εμένα το αν θα μπορέσω ν’ αντεπεξέλθω και στο παιδικό θέατρο. Είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει κι ευτυχώς με έχει βοηθήσει πολύ η Κέλλυ Σταμουλάκη. Ακόμα κι αν έχουμε κάποια διαφωνία, το συζητάμε. Έχουμε ωραία συνεργασία. Έχω να κάνω μ’ έναν χαρακτήρα που από σκηνή σε σκηνή βγαίνει διαφορετικός. Πρέπει μέσα σε 7-8 σκηνές να το μεταδώσω όλο αυτό. 

Η σκέψη για ένα δικό σου παιδί έχει περάσει από το μυαλό σου;

Έχει περάσει και περνάει, αλλά συγχρόνως περνάμε στις μέρες μας περίεργες καταστάσεις με τον κορωνοϊό. Γι’ αυτό το έχουμε αφήσει λίγο πίσω με τη Δώρα για να δούμε πού θα πάει αυτή η κατάσταση.

Γιατί δεν παντρεύεσαι με τη Δώρα; Φοβάσαι το γάμο;

Μα, ζούμε σαν παντρεμένοι. Απλώς, αν μας προκύψει -και το εύχομαι- ένα παιδί, τότε θέλουμε να βαφτίσουμε το παιδάκι μας και να παντρευτούμε. Να σου πω, λοιπόν, ότι αν πάνε λίγο καλύτερα τα πράγματα, που όπως φαίνεται πάνε, ότι θα γίνει και το επόμενο βήμα. Άλλωστε, το μονόπετρο της το έχω δώσει από την περασμένη Πρωτοχρονιά (γέλια)!

Αναρωτιέμαι αν εσύ, που έχεις κάνει τόσα πράγματα και γνώρισες διασημότητες και του εξωτερικού, καβάλησες το καλάμι ή το απέφυγες;

Εγώ θεωρώ ότι δεν το καβάλησα ποτέ. Υπήρξαν όμως άνθρωποι -και ιδιαίτερα δημοσιογράφοι- που θεώρησαν ότι την περίοδο που ήμουν με την Άννα (Βίσση) και μετά ότι καβάλησα το καλάμι. Κι αυτό έγκειται στο γεγονός ότι εγώ δεν θεωρούσα ότι έπρεπε να μιλάω σε όποιον μου μίλαγε, ούτε ποτέ «πούλησα» την προσωπική μου ζωή. Δεν κρύβομαι αλλά δεν το «πουλάω» κιόλας με ποια κυρία είμαι, ούτε θα το προωθήσω στα media. Κι απ’ την άλλη, δεν θα κάνω και χατίρια σε ανθρώπους που δεν τους ξέρω ή και δεν τους εκτιμώ. Με αυτήν τη στάση αποστασιοποίησής μου κάποιοι θεώρησαν τότε ότι εγώ καβάλησα το καλάμι. Εγώ δεν ένιωσα ποτέ κανένα σταριλίκι. Απλώς προφύλαξα κάποια πράγματα. 

Τον τελευταίο καιρό έχει προκύψει ένα τεράστιο θέμα με καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις στον αθλητικό και το θεατρικό χώρο. Μάλιστα από το θεατρικό χώρο, ο Δημήτρης Λιγνάδης και ο Πέτρος Φιλιππίδης έχουν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη που θα τους κρίνει. Πώς το έχεις δει όλο αυτό;

Θα μιλήσω γενικά, γιατί τους ηθοποιούς που κατηγορούνται δεν τους γνωρίζω προσωπικά. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τα θέματα αυτά θα τα κρίνει η Δικαιοσύνη. Θα μιλήσω γενικότερα και θα πω ότι με λυπεί όλο αυτό. Το βλέπω κι είναι άσχημο από πολλές πλευρές. Από τη μία άνθρωποι με δύναμη και κύρος εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους και προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις. Από την άλλη -χωρίς να αναφέρομαι σε συγκεκριμένα πρόσωπα- απλώς το λέω σαν παράδειγμα, γιατί το έχω δει, συνέβη στον ποδοσφαιριστή Νεϊμάρ, όπου κάλεσε σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μια κοπέλα για να περάσουν καλά, αυτή του ρίχτηκε και βγαίνοντας από το δωμάτιο έλεγε ότι αυτός πήγε να την βιάσει. Δεν ήξερε όμως ότι ο Νεϊμάρ είχε βάλει μια μίνι κάμερα και έγραφε. Δηλαδή, πολλές φορές με λυπεί επίσης όταν κάποιοι άνθρωποι προσεγγίζουν κάποιους πολύ δυνατούς και με κύρος για το όφελός τους. Υπάρχει και αυτή η παράμετρος.

Σου έχει συμβεί να βιώσεις σεξουαλική παρενόχληση στους επαγγελματικούς χώρους που κινείσαι; 

Δύο φορές. Μία στην Ελλάδα και μία στο εξωτερικό στο χώρο του μόντελινγκ. Στη μία περίπτωση που έγινε στην Ελλάδα σ’ ένα κάστινγκ με γνωστό σχεδιαστή, το έκοψα αμέσως. Στην άλλη περίπτωση στο εξωτερικό, το απέφυγα με έξυπνο τρόπο. Κι αυτό γιατί ήμασταν σε χώρο με κόσμο -σ’ ένα κλαμπ- και δεν μπορούσα να τον αποφύγω πολύ εύκολα. Με σόκαρε η επιμονή του συγκεκριμένου ανθρώπου. Μιλάμε για μεγάλο σχεδιαστή μόδας. Όταν γνωριστήκαμε, μας σύστησαν και του είπα το όνομά μου. Όταν τέλειωσε η βραδιά και ήθελα να γυρίσω σπίτι μου, μου ζήτησε να πάω στο δικό του! Μου είπε: «Θέλεις να κάνεις την επόμενη καμπάνια μου; Να έρθεις στο σόου;». «Όχι», του απάντησα. «Δεν θέλω τίποτα από αυτά. Πες μου ποιο είναι το όνομά μου;». Δεν το θυμόταν καν... Έτσι πήρα το αίμα μου πίσω γιατί ντράπηκε κι απομακρύνθηκε, αφού πρώτα μου ζήτησε συγνώμη.