Ο Δημήτρης Σταρόβας άνοιξε την καρδιά του και μίλησε για πρώτη φορά με τόση ωμή ειλικρίνεια για τις πληγές των παιδικών του χρόνων, σε μια συνέντευξη που είχε έντονο συναισθηματικό φορτίο. Καλεσμένος στην εκπομπή «Αστερόσκονη» και μιλώντας στον Νίκο Γρίτση, ο αγαπημένος καλλιτέχνης γύρισε πίσω στον χρόνο και περιέγραψε τις δυσκολίες που βίωσε μεγαλώνοντας μόνο με τη μητέρα του, το κοινωνικό στίγμα που κουβαλούσαν και τη δύναμη που εκείνη επέδειξε για να τον προστατεύσει. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Δημήτρης Σταρόβας δεν έκρυψε τη συγκίνησή του, καθώς μίλησε για μια εποχή που σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή και την πορεία του.

Δημήτρης Σταρόβας: Η εγκατάλειψη και η αρχή μιας δύσκολης ζωής

Ο Δημήτρης Σταρόβας μίλησε ανοιχτά για τον βιολογικό του πατέρα και τη στιγμή που εκείνος εξαφανίστηκε, αφήνοντας τη μητέρα του μόνη και εκτεθειμένη σε μια κοινωνία σκληρή και αμείλικτη. «Ο πατέρας μου, ο βιολογικός πατέρας μου, ήτανε επαγγελματίας μπουζουξής, έπαιζε και σε ταινίες, ο οποίος αρραβωνιάστηκε τη μάνα μου και με το που έμεινε έγκυος σε μένα… εξαφανίστηκε. Την παράτησε τη μάνα μου».

«Για να γλιτώσει την κοινωνική κατακραυγή»

Συνεχίζοντας, περιέγραψε πώς η μητέρα του αναγκάστηκε να πάρει καθοριστικές αποφάσεις για να τον προστατεύσει, σε μια εποχή που το κοινωνικό στίγμα μπορούσε να καθορίσει ολόκληρες ζωές. «Με μεγάλωσε μόνη της και… όταν ήμουνα εννιά – δέκα χρονών, παντρεύτηκε τον Σταρόβα και πήρα το όνομά του. Για να γλιτώσει την κοινωνική κατακραυγή. Είμαστε οι π… με το εξώγαμο, μαζεύανε υπογραφές να μας διώξουν».

Τα πρώτα σημάδια της μουσικής ανησυχίας

Παρά τις δυσκολίες, ο Δημήτρης Σταρόβας θυμήθηκε με τρυφερότητα πώς η μουσική υπήρχε από νωρίς στη ζωή του, σαν μια φυσική ανάγκη έκφρασης. «Πάντα ήμουνα ανήσυχος. Τραγουδούσα, στα πάρτι, στα γλέντια τα οικογενειακά. Είχα τα ξαδέρφια μου, της μεγάλης αδερφής της μάνας μου και μου βάζανε κασέτες. Έτσι ξεκίνησα».

Η κιθάρα που άλλαξε τα πάντα

Κλείνοντας, ο καλλιτέχνης περιέγραψε με συγκίνηση τη στιγμή που η κιθάρα μπήκε στη ζωή του, χάρη στο υστέρημα της μητέρας του και σε μια «μαγική» εμπειρία που καθόρισε την πορεία του. «Η κιθάρα ήρθε στα 12-13 κατά λάθος. Είχα ψώνιο με την γυμναστική, είχα ένα όργανο της εποχής, το άλλαξα με μια κιθάρα και στην μία χορδή σκάλιζα… Μετά επέστρεψα την κιθάρα και λέω στη μάνα μου “θέλω να μου πάρεις μία κιθάρα”. Και με το υστέρημά της, και έχει και πλάκα, από ένα μαγαζί που πουλούσε πλυντήρια, ψυγεία, είχε και μια κιθάρα… τριακόσιες πενήντα δραχμές. Μου πήρε μια ακουστική. Και, ένας γείτονας, που έλειπε στα καράβια για ένα χρόνο, και στο διάστημα αυτό έμαθε βασικά ακόρντα, ήρθε στο σπίτι, κουρδίζει την κιθάρα -εγώ έπαιζα σε μία χορδή και μάλιστα απορούσα, γιατί δεν έχει διάρκεια η νότα. Και παίζει ένα Λα μινόρε, στην απόσταση που είμαστε τώρα, και άκουσα πολυφωνία και… μαγεύτηκα. Λέω “αυτό είναι”».