Ο Βαγγέλης Δρίσκας, ο γνωστός σεφ που έχει καταφέρει να αφήσει το δικό του στίγμα στην ελληνική γαστρονομία, βρέθηκε καλεσμένος στην εκπομπή «Στούντιο 4» το απόγευμα της Τρίτης 3 Φεβρουαρίου και μίλησε για την πορεία του, τα παιδικά του χρόνια, αλλά και τα ταξίδια του που τον οδήγησαν να ανακαλύψει κουζίνες και γεύσεις σε όλο τον κόσμο. Με αφορμή τη συζήτηση, ο σεφ δεν δίστασε να αποκαλύψει ότι οι γονείς του αρχικά δεν ήθελαν να ακολουθήσει το πάθος του για τη μαγειρική, αλλά η καρδιά του και η αποφασιστικότητά του τον οδήγησαν να ακολουθήσει αυτό που αγαπά. Παράλληλα, μοιράστηκε αναμνήσεις από τη ζωή του σε ένα πτηνοτροφείο, τα πρώτα του βήματα στον χώρο του ζαχαροπλαστείου και τις εμπειρίες του από ταξίδια σε χώρες με εντελώς διαφορετική κουζίνα.

Η επιλογή της μαγειρικής παρά τις αντιρρήσεις των γονιών του

Ο Βαγγέλης Δρίσκας μίλησε αρχικά για τα παιδικά του χρόνια και την απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μαγειρική:«Οι γονείς μου δεν ήθελαν να ασχοληθώ με την μαγειρική», παραδέχτηκε μεταξύ άλλων ο Βαγγέλης Δρίσκας. «Θέλω να δοκιμάζω νέα πράγματα και γεύσεις. Δεν είμαι συντηρητικός. Ένα διάστημα είχαμε και πτηνοτροφείο και περνούσα τη ζωή μου μέσα 3000 κοτόπουλα. Όταν το έφτιαξε ο πατέρας μου, μας το έκανε ωραία έκπληξη. Ήρθε με ένα φίλο του με ένα φορτηγό κοτόπουλα και μας είπε να κάνουμε χώρο στην αποθήκη», ανέφερε στη συνέχεια ο γνωστός σεφ. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η αγάπη του για τη ζαχαροπλαστική ήταν καθοριστική για να αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μαγειρική: «Το ζαχαροπλαστείο ήταν αυτό που με καθόρισε κι είπα ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό. Ήταν παραδοσιακό κι ο τεχνίτης έκανε κι ανατολίτικα γλυκά και πιο ντελικάτα. Το ζαχαροπλαστείο ήταν κι εφιάλτης γιατί περνούσα εκεί όλες τις ελεύθερες ώρες. Σε περιόδους γιορτών κάναμε 100 κιλά καριόκες, κουραμπιέδες και μελομακάρονα κάθε μέρα. Τότε υπήρχε η μόδα να τυλίγουμε κάθε κουραμπιέ ξεχωριστά», παραδέχτηκε.

Ταξίδια και γεύσεις από όλο τον κόσμο

Καθώς η συζήτηση προχώρησε, ο Βαγγέλης Δρίσκας αναφέρθηκε στα ταξίδια του και τις εντυπώσεις που αποκόμισε από διαφορετικές κουζίνες του κόσμου:«Ταξίδευα με σκοπό να ανακαλύψω το φαγητό», είπε σε άλλο σημείο της συνέντευξής του και συνέχισε μιλώντας για τις διαφορές ανάμεσα στην ελληνική και τις διεθνείς κουζίνες: «Η ασιατική κουζίνα διαφέρει περισσότερο απ’ όλες τις κουζίνες με την ελληνική. Στο Μπαλί έπαιρναν τις ποσότητες που ήθελαν να μαγειρέψουν εκείνη τη μέρα. Αν περισσέψει φαγητό, το δίνουν στους φτωχούς. Στην Κίνα σε υπαίθριους χώρους μαγειρεύουν τα πάντα. Δοκιμάζω κανονικά. Στο Βιετνάμ μια κυρία περίμενε μπροστά από μια θεϊκή σούπα. Ήταν κοτόσουπα με λίγο χοιρινό και μήλα. Πήρα το πιάτο μου που είχε λίγα noodles και μετά είδα ότι, όπως άφησα το πιάτο, είχε μια λεκάνη με νερό, το βούτηξε μέσα το δικό της με του κουτάλι και το έβαλε στη στίβα. Έκανα τον σταυρό μου κι είπα ότι αν φτάσω στο ξενοδοχείο “όλα καλά”».