Η Δώρα Χρυσικού, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου, μίλησε για την προσωπική της περιπέτεια υγείας, αποκαλύπτοντας πώς αντιμετώπισε τη νόσο με δύναμη, θάρρος και αφοπλιστική ειλικρίνεια. Η ηθοποιός τόνισε ότι δεν δίστασε να πει το όνομα της ασθένειας και να δει τη χημειοθεραπεία σαν σύμμαχο, μετατρέποντας μια δύσκολη περίοδο σε μάθημα ζωής και δύναμης.

Διαβάστε: Δώρα Χρυσικού: "Όταν έρχεται η ασθένεια, η μοναξιά γιγαντώνεται - Έγινα δέκα φορές πιο δυνατή"

Δώρα Χρυσικού: «Ο καρκίνος με το όνομά του»

Η Δώρα Χρυσικού εξήγησε πώς η συνειδητή χρήση της λέξης «καρκίνος» τη βοήθησε να διαχειριστεί την ασθένεια: «Είπα από την αρχή τη λέξη καρκίνος. Εγώ ποτέ δεν χρησιμοποίησα κανένα άλλο εννοιολογικό σχήμα για την ασθένεια. Δεν την είπα ποτέ επάρατη νόσο, δεν την είπα ποτέ κακή ασθένεια. Την είπα με το όνομά της. Και όσο πιο πολύ την έλεγα με το όνομά της, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσα αυτό που έχω, τόσο πιο πολύ το ξόρκιζα, τόσο πιο πολύ αφαιρούσα το στίγμα», είπε αρχικά στην εκπομπή «Το'Χούμε», την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου.

Η χημειοθεραπεία ως σύμμαχος

Η Δώρα Χρυσικού τόνισε ότι ήθελε να γνωρίζει τα πάντα για τη θεραπεία της, ώστε να έχει τον έλεγχο και να αντιμετωπίσει τη διαδικασία με πειθαρχία: «Ήθελα να ξέρω τα πάντα. Τι θα μου κάνουν, τι θεραπεία πρέπει να ακολουθήσω, ποια είναι τα ποσοστά επιβίωσης. Και όσο πιο πολύ ήξερα και καταλάβαινα, τόσο πιο πολύ πειθαρχούσα. Ήμουν αυτό που λέμε ο ιδανικός ασθενής. Δηλαδή όταν μου είπαν ότι πρέπει να κάνεις χημειοθεραπεία, δεν το σκέφτηκα ούτε στιγμή. Γι’ αυτό και είδα τη χημειοθεραπεία ως σύμμαχο και όχι ως εχθρό. Γιατί πραγματικά οι περισσότεροι ασθενείς ακούνε χημειοθεραπεία και καταρρέουν, και είναι λογικό γιατί δεν είναι καθόλου ευχάριστη διαδικασία. Πήγαινα εκεί πέρα χαμογελαστή, στις 4 ώρες, και δεν έβγαζα κιχ. Κι ό,τι κι αν είχα μετά, ως παρελκόμενο, ως side effect, το αντιμετώπισα, ότι αν πρέπει να το φάω, θα το φάω».

Η αγάπη για τη ζωή ως κινητήριος δύναμη

Το πιο σημαντικό για την Δώρα Χρυσικού ήταν η διάθεση να ζήσει και η αποφασιστικότητα να νικήσει τη νόσο: «Εκείνη την ώρα σκεφτόμουν ότι προφανώς ότι πρέπει και θέλω να ζήσω. Και αυτό με κράτησε. Εγώ είχα πει ότι αυτό δεν είναι το τέλος. Είχα αποφασίσει ότι αυτό το πράγμα θα το νικήσω. Και πρέπει να σου πω ότι εκείνη την περίοδο θα ευχόμουν πραγματικά να πίστευα στον Θεό. Ζήλεψα τους ανθρώπους που πραγματικά πιστεύουν. Που έκαναν την προσευχή τους και λέγανε “ότι όλα θα πάνε καλά”. Εγώ δεν το ‘χα αυτό. Δεν έκανα καμία προσευχή, απλά πάλευα».