Έχει αγαπηθεί για το πηγαίο χιούμορ του, τις έξυπνες και άμεσες ατάκες του, αλλά και την έντονη προσωπικότητά του. Ο Σωτήρης Καλυβάτσης δεν φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους, ακόμα και όταν αναφέρεται στο θάνατο. Μιλώντας στην «ΟΝ time Σαββατοκύριακο», αναφέρεται ανοιχτά στον άνθρωπο πίσω από τον «Caveman», στις σχέσεις, στην απώλεια, στην ελευθερία και στην ανάγκη να ζούμε ουσιαστικά.

Με χιούμορ αλλά και συγκίνηση, με αυτοσαρκασμό και καθαρή ματιά, ξεδιπλώνει μια βαθιά ανθρώπινη πλευρά, αποδεικνύοντας ότι η σάτιρα δεν είναι μόνο γέλιο αλλά και τρόπος κατανόησης. Μια συζήτηση ειλικρινής και απολύτως σημερινή, που θυμίζει πως «τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο» και πως «το μόνο πράγμα που πετυχαίνει 100% είναι ο θάνατός μας». Ένας λόγος παραπάνω να αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και όσους εμείς επιλέγουμε να αγαπάμε.

Διαβάστε: Σωτήρης Καλυβάτσης για το 'ΑΜΑΝ': "Αν αυτά που γυρίζαμε τότε γίνονταν σήμερα, θα ήμασταν φυλακή όλοι μαζί" (Βίντεο)

Μίλησέ μου για τον φοβερό και τρομερό «Caveman». Μετά την επιτυχία στην Αθήνα, κάνεις περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Πιστεύεις ότι σήμερα οι άντρες είναι διαφορετικοί ή παραμένουν πάνω κάτω οι ίδιοι, απλώς με άλλο περιτύλιγμα; Εσύ πόσο «Caveman» είσαι στην καθημερινότητά σου;

Με τον «Caveman» και με όσα πραγματεύεται το έργο, η αίσθησή μου είναι πως οι άντρες, στα βασικά, παραμένουμε ίδιοι. Τα χαρακτηριστικά είναι κοινά, απλώς ζούμε σε μια πολύ πιο σύνθετη εποχή. Φυσικά, παίζουν ρόλο και οι χαρακτήρες των ανθρώπων, αυτοί είναι που διαφοροποιούν αρκετά πράγματα. Όμως, τα ουσιώδη, τα βασικά χαρακτηριστικά κρατούν από την εποχή των σπηλαίων. Δεν έχουν αλλάξει. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους άντρες αλλά και τις γυναίκες. Άλλωστε, μαζί ξεκινήσαμε αυτή την πορεία και μαζί τη συνεχίζουμε. Άντρες και γυναίκες κουβαλούν τα δικά τους χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο.

Κι εγώ, λοιπόν, έχω αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως όλοι οι άντρες. Όταν ασχολούμαι με κάτι, συγκεντρώνομαι αποκλειστικά σε αυτό. «Το να κάνει κανείς πολλά πράγματα ταυτόχρονα είναι περισσότερο χαρακτηριστικό των γυναικών», όπως λέει και ο «Caveman». Οι γυναίκες αφομοιώνουν πιο εύκολα τα ερεθίσματα και μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα μαζί, την ίδια στιγμή. Από εκεί και πέρα, βέβαια, όλα εξαρτώνται και από το χαρακτήρα του καθενός. Εκεί αρχίζουν να αλλάζουν τα πράγματα.

Σε αυτά τα γενικά, διαχρονικά μοτίβα αναφέρεται το έργο, γι’ αυτό και παίζεται τόσα χρόνια με μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Είναι σαν να μιλάει για το σήμερα, παρόλο που ο Ρομπ Μπέκερ το έγραψε πριν από 38 χρόνια.

Στο ερωτικό κομμάτι βλέπει τους άντρες ως πολυγαμικούς;

Όχι. Γιατί ο «Caveman» είχε τη γυναίκα του και τη φρόντιζε, την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Αυτό που λέει, όμως, είναι ότι οι άντρες στο σεξ έχουν μείνει σε ένα πιο πρωτόγονο μοτίβο, αντίστοιχο με τη λογική του κυνηγού. «Βλέπω στόχο, σηκώνω ακόντιο, πετάω ακόντιο, πετυχαίνω στόχο, μαζεύω ακόντιο, ανοίγω τηλεόραση», λέει στο έργο και συνεχίζει τονίζοντας ότι αυτό για τις γυναίκες είναι σχεδόν προσβλητικό και μεγάλο ξενέρωμα, γιατί εκείνες, αντίστοιχα, θέλουν το χρόνο τους. Φιλάκια, αγκαλιές, χαδάκια, ζουζουνιές και όλα τα συναφή.

Δηλαδή, υποστηρίζει τη μονογαμία;

Ναι. Το έργο μιλάει για τα δύο φύλα που συνεργάζονται και συνυπάρχουν από την αρχή της δημιουργίας και για το ότι έχουν και σήμερα τα ίδια χαρακτηριστικά που είχαν από τότε. Οι γυναίκες ήταν οι συλλέκτριες, οι άντρες οι κυνηγοί. Οι συλλέκτριες έβγαιναν, έψαχναν, άγγιζαν, έβρισκαν πράγματα. Ο άντρας πήγαινε για κυνήγι. Είχε το θήραμα στο μυαλό του για να ταΐσει και να φροντίσει τη γυναίκα του.

Οι άντρες γελάνε με τον «Caveman» για τους ίδιους λόγους που γελάνε και οι γυναίκες;

Πολλές φορές ναι. Άλλες φορές όχι, γιατί γελάνε μόνο με δικά τους θέματα. Γενικά, όμως, στην παράσταση πέφτουν πολλές αγκωνιές από τις γυναίκες προς τους άντρες τους (γέλια). Κάποιες φορές, λιγότερες, συμβαίνει και το αντίθετο. Κι όλο αυτό, όπως το παρακολουθώ, επειδή η παράσταση είναι διαδραστική, είναι εξαιρετικά αστείο. Να τονίσω ότι ο Γιώργος Γαλίτης, που σκηνοθέτησε το έργο, έκανε και καινούρια διασκευή, οπότε είναι πολύ σημερινό και πραγματικά κάτι άλλο για όσους το είχαν δει παλαιότερα. Νιώθω πολύ τυχερός που παίζω πάνω σε αυτό το κείμενο.

Ο Γιώργος Γαλίτης το έχει φέρει λίγο στα ελληνικά δεδομένα;

Όχι λίγο. Εντελώς. Στο σήμερα είναι ο Σωτήρης και η Φανίτσα. Είναι σύγχρονο, έξυπνο και πάρα πολύ αστείο. Παίζω πολλούς ρόλους. Όχι μόνο τον Σωτήρη και τη Φανίτσα, αλλά και φίλους τους, πολλά πρόσωπα. Αν και μονόλογος, παίζει πολύς κόσμος (γέλια).

Σε μια εποχή όπου ακούγεται έντονα το αίτημα της «πολιτικής ορθότητας», πού βάζεις εσύ την κόκκινη γραμμή, αν υπάρχει, ανάμεσα στη σάτιρα και στην προσβολή;

Η σάτιρα δεν έχει σχέση με την προσβολή. Τα όρια, αν υποθέσουμε ότι μπορεί να υπάρχουν στη σάτιρα, τα θέτει ουσιαστικά ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Με βάση τα δικά του μέτρα και αυτό που ο ίδιος θεωρεί ότι δεν προσβάλλει. Και δεν θα πω «δεν ενοχλεί», γιατί η σάτιρα οφείλει να ενοχλεί μέχρι ένα βαθμό. Δεν είναι, όμως, ένα μέσο για να βγάζεις τις εμμονές σου, ούτε απαραίτητα ένα μέσο στείρας στηλίτευσης. Είναι ένα μέσο αφύπνισης και ταυτόχρονα ένα μέσο διασκέδασης. Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Η παράσταση πραγματεύεται και θέματα ερωτικής συμπεριφοράς. Το κοινό της επαρχίας είναι πιο αυστηρό, πιο «κουμπωμένο»;

Όχι, καθόλου. Είναι ένα πολύ ζεστό κοινό. Πιστεύω ότι είναι πολύ πιο αυθόρμητοι οι άνθρωποι εκεί και έρχονται στο θέατρο με περισσότερη όρεξη. Ίσως γιατί στις μεγάλες πόλεις έχουμε περισσότερες επιλογές, μπορούμε να πάμε όπου θέλουμε, να βγούμε, να πιούμε, να κάνουμε πράγματα. Όσο μικρότερος είναι ένας τόπος, τόσο λιγότερες είναι οι επιλογές. Και αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο στη χώρα μας, όπου δεν φροντίζουμε τους μικρότερους τόπους όπως θα έπρεπε. Ο κόσμος έρχεται με μεγάλη διάθεση, γιατί δεν έχει και πολλές επιλογές. Καταλαβαίνει πολύ καλά τι του δίνεις και γι’ αυτό η παράστασή μας έχει μεγάλη απήχηση. Δεν θέλω να γκρινιάζω, αλλά στα περισσότερα μέρη, δυστυχώς, τόσο στα θερινά θέατρα, όπου γίνονται οι καλοκαιρινές περιοδείες, όσο και στα χειμερινά, η κατάσταση είναι επιεικώς απαράδεκτη. Γίνονται κάποιες προσπάθειες, αλλά τα πράγματα θα έπρεπε να είναι πολύ διαφορετικά. Θα έπρεπε να υπάρχουν οι κατάλληλοι χώροι ώστε να μπορούν να γίνονται ωραία πράγματα.

Από μικρός είχες χιούμορ; Ήσουν το πειραχτήρι της τάξης και της παρέας;

Ναι. Ήμουν ένα παιδί με πολλή ενέργεια και η μητέρα μου προσπαθούσε με κόπο να τη διοχετεύσει κάπου. Έπρεπε να με απασχολεί συνεχώς. Με πήγαινε σε διάφορα αθλήματα, ήμουν ναυτοπρόσκοπος, γραμμένος στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης, στη ΧΑΝΘ, συμμετείχα σε πολλές δραστηριότητες. Πέρα από τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις, έκανα γενικά πολλά πράγματα. Γέμιζε το χρόνο μου με δημιουργικά πράγματα. Τι μου θύμισες τώρα… Κάθε Δευτέρα, μας πήγαινε, μαζί με την αδελφή μου την Ελισάβετ, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου η ορχήστρα έπαιζε κλασική μουσική. Έπρεπε να κάθομαι δυόμισι ώρες σε καρέκλα, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο για μένα, γιατί ήμουν, και παραμένω, αεικίνητος. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να μου αρέσει. Κάποια περίοδο ήθελα να μάθω βιολί, αλλά δεν τα κατάφερα. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα φτιάχνω διάφορα πράγματα, όχι απαραίτητα καλλιτεχνήματα. Πιάνουν τα χέρια μου και μπορώ με μεγάλη ευκολία να επισκευάσω ό,τι χαλάσει στο σπίτι. Είμαι μαστρο-Σωτήρης (γέλια).

Έχασες τον πατέρα σου όταν ήσουν ακόμη σε νεαρή ηλικία. Μέχρι πότε αυτό ήταν πληγή για σένα;

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Ιωάννη και τον έχασα όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου. Για πολλά χρόνια ήταν πληγή. Θυμάμαι ότι τότε έκλαψα πολύ. Ήταν τα πρώτα μου δάκρυα για ουσιαστικό λόγο. Ακόμα και τώρα, όταν το σκέφτομαι, με ανταριάζει (η φωνή του «σπάει»). Αυτή η απώλεια με οδήγησε σταδιακά στο να μη δένομαι τόσο πολύ. Είχα πάντα στο μυαλό μου το φόβο της απώλειας. Μια τέτοια εμπειρία, σε τόσο νεαρή ηλικία, σε αναγκάζει να κάνεις βήματα μπροστά με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Και βέβαια, συνειδητοποιείς από νωρίς κάτι πολύ σκληρό αλλά αληθινό: ότι ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής.

Αυτό έχει σχέση και με το ότι θέλεις να φεύγεις; Να παίρνεις το σκάφος σου και να ανοίγεσαι σε νέες περιπέτειες; Να είσαι ελεύθερος να ρουφήξεις όσο περισσότερα πράγματα μπορείς από τη ζωή;

Αυτό, έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ κοντά στη φιλοσοφία της ζωής μου. Με αυτή τη λογική πιστεύω ότι όλοι πρέπει να το κατανοούμε, γιατί ο θάνατος είναι κάτι δεδομένο. Κάπου είχα διαβάσει κάτι πολύ ωραίο, ότι «το μόνο πράγμα που πετυχαίνει 100% στη ζωή μας είναι ο θάνατός μας». Άρα, δεν χρειάζεται να αγχώνεσαι για κάτι που θα συμβεί έτσι κι αλλιώς. Αυτό που οφείλεις να κάνεις, επειδή ανά πάσα στιγμή μπορεί να έρθει το τέλος, είναι να ζεις όσο καλύτερα μπορείς την κάθε στιγμή, την κάθε μέρα, την κάθε ώρα. Και όταν είναι να έρθει, θα έρθει. Τίποτα στη ζωή μας δεν είναι δεδομένο, γι’ αυτό και πρέπει να τη χαιρόμαστε. Ακόμα κι εγώ που το λέω, μακάρι να το κάνω περισσότερο.

Και στα προσωπικά σου είσαι πολύ καλά. Σταθερά εδώ και εννιά χρόνια μαζί με την εξαιρετική συνάδελφό σου Υρώ Λούπη.

Ναι. Είμαστε πολύ καλά. Αυτή την περίοδο βρίσκεται στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε μια υπέροχη παράσταση με το έργο «Η αγάπη άργησε μια μέρα». Όποιος είναι στη Βόρεια Ελλάδα και δεν την έχει δει, αξίζει να πάει. Θα παίζεται μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου.

Τι είναι αυτό που σας κρατάει τόσο ερωτευμένους και δεμένους, παρόλο που κι εσύ έχεις τις περιοδείες σου, ενώ κι εκείνη βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για μεγάλο διάστημα;

Είμαστε και οι δύο λάτρεις της ελευθερίας και της συνεννόησης. Κατανοώντας ο ένας τον άλλον, όπως λέει και ο «Caveman», μπορούμε να παραμένουμε μαζί.

Πώς βιώνεις μια σχέση που βασίζεται σε συνειδητές επιλογές και όχι σε κοινωνικές προσδοκίες;

Έτσι ακριβώς όπως το λες. Η σχέση μας βασίζεται σε συνειδητές επιλογές. Δεν θέλουμε γάμο, δεν θέλουμε παιδιά και είμαστε μια χαρά. Είμαστε μαζί, αγαπημένοι, κάνουμε τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε, μοιραζόμαστε ό,τι μπορούμε απ’ όσα βιώνουμε, μοιραζόμαστε τη ζωή μας. Όλα είναι πολύ όμορφα.

Τι είναι αυτό που σε χαρακτηρίζει σήμερα;

Ό,τι με χαρακτήριζε πάντα. Είμαι αισιόδοξος, ελεύθερος, χαρούμενος. 

Προσπαθείς να κρατάς την αισιοδοξία σου ακόμη και σε αυτές τις δύσκολες μέρες που βιώνουμε, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως;

Ναι, προσπαθείς να κρατάς την αισιοδοξία όσο μπορείς, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να κάνεις κάτι άλλο. Εκείνα που μπορούμε να επηρεάσουμε, χρειάζεται να έχουμε τη διάθεση και την ευθύνη να τα επηρεάζουμε προς το καλύτερο. Από εκεί και πέρα, δυστυχώς, ζούμε σε μια εποχή όπου άλλοι αποφασίζουν σε μεγάλο βαθμό για τις ζωές και τις τύχες των ανθρώπων. Οπότε, μέχρι εκεί που μπορούμε να ελέγξουμε τη δική μας κατάσταση, ας προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, όσο περνά από το χέρι μας.

Αν κλείναμε τη συνέντευξη με μία ατάκα που σε εκφράζει σήμερα, ποια θα ήταν αυτή;

Έτσι όπως είναι η κατάσταση στον πλανήτη θα σου πω: Να αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και όσους εμείς θέλουμε να αγαπάμε και να ζούμε όσο καλύτερα μπορούμε. 

Δημοσιεύτηκε στην Ontime