Ο Κώστας Τερζάκης ήταν καλεσμένος στο πλατό της εκπομπής «Στούντιο 4» για μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη με τους Νάνσυ Ζαμπέτογλου και Θανάση Αναγνωστόπουλο, όπου μίλησε με ειλικρίνεια και συγκίνηση για τη ζωή, την καριέρα και τις προσωπικές του εμπειρίες. Ο ηθοποιός δεν περιορίστηκε μόνο στις επαγγελματικές του επιτυχίες, όπως η συμμετοχή του στη σειρά «Λάμψη» ως Ευλογητός, αλλά μοιράστηκε άγνωστες στιγμές από την παιδική του ηλικία, τη βαθιά σχέση με την ΑΕΚ και την οικογένειά του, που τον στήριξε σε δύσκολες περιόδους. Μέσα από τις ατάκες του αναδύεται η φιλοσοφία του για τη δουλειά, την αφοσίωση στον ρόλο και την αξία της συνέπειας και της προσφοράς προς τους άλλους, αλλά και η ευαισθησία του απέναντι στις προσωπικές και κοινωνικές δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή του.

Κώστας Τερζάκης: Η φιλοσοφία του για την τέχνη και την εικόνα του

Ο Κώστας Τερζάκης μίλησε για τη σχέση του με τη δουλειά του και πώς αντιμετωπίζει την εικόνα και τη δημοσιότητα:«Δεν με ενδιέφερε ποτέ η εικόνα μου και το πρόσωπό μου. Πιο πολύ με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει ακόμα το αποτέλεσμα της δουλειάς μου να είναι ευχάριστο και αποδοτικό σε ψυχαγωγία και διασκέδαση στο κοινό». Αναφερόμενος στον ρόλο του Ευλογητού και τη γνωριμία του με τον Νίκο Φώσκολο, πρόσθεσε: «Ο Νίκος Φώσκολος είχε έρθει σε μια παράσταση, με είχε δει και μου είπε να μιλήσουμε. Ήταν ένας πολύ σύγχρονος και δυναμικός άνθρωπος. Πήγα το βράδυ στο ραντεβού και μου είπε να κάνουμε αυτό κλπ… Μου άρεσε πάρα πολύ ως πρόκληση. Το έκανα για περίπου εννιά μήνες. Δεν είχε διαρρεύσει το ποιος είναι ο Ευλογητός, το είχαμε κρατήσει μυστικό. Υπήρχε σύμφωνο εμπιστευτικότητας απ’ όλους! Δεν το είχα πει κι εγώ πουθενά. Πήγα δύο φορές καλεσμένος στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη με τη μάσκα. Σκοτάδι, καπνοί… Κι εγώ της μιλούσα ως Ευλογητός».

Η σύνδεση με την ΑΕΚ και η προσωπική ιστορία

Ο Κώστας Τερζάκης μοιράστηκε την συγκινητική ιστορία πίσω από την αγάπη του για την ΑΕΚ και τη σύνδεσή του με την ομάδα από τα παιδικά του χρόνια:«Ο πατέρας μου ήταν τυπογράφος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν ήρωες, έφυγαν από νωρίς από τα χημικά, από τα ρινίσματα. Η ουσιαστική μέρα που είχαμε ήταν η Κυριακή, όπου το μεσημέρι ήταν οι αγώνες. Τρεις ώρες με έπαιρνε και με πήγαινε στο γήπεδο». Σχετικά με τη συνέχεια και την καμπάνια για τα εισιτήρια διαρκείας:«Το 2004 ο τότε πρόεδρος, ο Ντέμης, διαλέγει από χίλιες φωνές τη δική μου για να κάνει την καμπάνια για τα εισιτήρια διαρκείας. Ούτε αυτός με ήξερε ούτε εγώ τον ήξερα. Το έκανα δωρεάν προς τιμήν της ομάδας. Μετά με πήρε τηλέφωνο να πιούμε έναν καφέ και μου είπε ότι θέλει κάτι τέτοιο για το γήπεδο. Και έτσι, εδώ και 22 χρόνια, ξεκίνησε η συνεργασία μας».

Η οικογένεια και οι δυσκολίες της ζωής

Ο ηθοποιός μίλησε με συγκίνηση για την οικογένειά του και τις προσωπικές δυσκολίες:«19 χρονών έχασα τον πατέρα μου. Η αδελφή μου ήταν μεγαλύτερη, αλλά είχα τη μητέρα μου που είχε μόνιμη αναπηρία. Όταν ήταν παιδάκι της κόψανε το πόδι, από τον αστράγαλο και κάτω. Δεν υπήρχαν τότε δομές. Αν δεν είχες σοβαρό πρόβλημα υγείας, δεν μπορούσες να μπεις. Αλλιώς τα δίνανε σε συγγενείς, σε γείτονες. Δεν υπήρχε κανένας. Και έτσι μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Έγινε πραγματικά ένας μορφωμένος άνθρωπος, με φοβερή συναισθηματική διάσταση. Ήμουν πολύ τυχερός. Και από μάνα και από πατέρα».

Η διαφορά των γενεών και η δική του στάση ζωής

Ο Κώστας Τερζάκης αναφέρθηκε στις αλλαγές που βλέπει στις νέες γενιές και στη στάση ζωής του:«Ήμασταν μια γενιά που γεννιόμασταν με πολύ μεγάλη ελπίδα. Αν μου έλεγες 19 χρονών “πάμε να το πάμε το βουνό στο απέναντι”, σου έλεγα “ναι, πάμε”. Πέρασα στο πανεπιστήμιο, έβρισκα δουλειά αμέσως. Δεν είχα πρόβλημα. Γινόντουσαν όλα κανονικά. Η κοινωνία είχε αλληλεγγύη, αισθανόσουν καλά». Για τους γιους του και τις σημερινές δυσκολίες της νέας γενιάς: «Έχω δύο γιους, 18 και 16 ετών, που ψάχνουν να βρουν την ελπίδα. Είναι με το διαβατήριο στο στόμα και ψάχνουν να πιαστούν κάπου. Δεν έμπαινε τότε το παιδί στο τρένο και να σκέφτεται “θα φτάσει; θα τον κλέψουν; τι θα συμβεί;”. Ήταν τελείως διαφορετικά».Κλείνοντας, στάθηκε στη δική του στάση και υπευθυνότητα: «Ήταν αυτονόητο. Η μάνα μου έπαιρνε μια πενιχρή σύνταξη, έπρεπε να βοηθήσω. Ήθελα κάτι, δούλευα και το έκανα».