Καρόλου Ντιλ, "Πορτρέτα Βυζαντινών": Το βραβευμένο ιστορικό έργο του κορυφαίου βυζαντινολόγου, εντελώς δωρεάν, με την κυριακάτικη Απογευματινή 11/1
Μην το χάσετε!
Αποκλειστικά με την κυριακάτικη Απογευματινή που κυκλοφορεί στα περίπτερα όλης της χώρας στις 11 Ιανουαρίου
Αυτή την Κυριακή 11.01 αποκτήστε εντελώς δωρεάν με την κυριακάτικη Απογευματινή το κλασικό και βραβευμένο από τη Γαλλική Ακαδημία έργο του κορυφαίου βυζαντινολόγου όλων των εποχών Καρόλου Ντιλ, «Πορτρέτα Βυζαντινών». Επιλέξτε τον τόμο που θέλετε από το συναρπαστικό αυτό έργο που αποτελεί μια γλαφυρή ξενάγηση στο προσκήνιο και παρασκήνιο της ζωής των ηγεμόνων του Βυζαντίου, μέσα από την οποία ο αναγνώστης παρακολουθεί, ερμηνεύει και εμβαθύνει στα γεγονότα που σηματοδότησαν, χρωμάτισαν και διαμόρφωσαν τη βυζαντινή ιστορία.
Στα «Πορτρέτα Βυζαντινών» ο αναγνώστης θα βρει μια ολόκληρη σειρά από υπάρξεις ρομαντικές, μελαγχολικές ή τραγικές που συμβολίζουν και εξηγούν αρκετά καλά τη βασική και μόνιμη παρεξήγηση που -παρ' όλες τους τις προσπάθειες να προσεγγίσουν και να αλληλοκατανοηθούν- χώριζε πάντα σε δύο εχθρικούς και αντιμαχόμενους κόσμους, τον Ελληνικό και τον Λατινικό.
«Η σύγχρονη Ελλάδα οφείλει πολύ περισσότερα στο χριστιανικό Βυζάντιο παρά στην Αθήνα του Περικλή και του Φειδία», έγραφε στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γάλλος ιστορικός και ακαδημαϊκός Κάρολος Ντιλ (1859-1944), ένας από τους διαπρεπέστερους βυζαντινολόγους της εποχής του, καθηγητής στα πανεπιστήμια του Νανσί, του Παρισιού και του Χάρβαρντ που, με τα βιβλία και τη διδασκαλία του, άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη του βυζαντινού πολιτισμού. Σ' αυτόν χρωστάμε την κλασική πλέον «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», έργο-αναφοράς πολύτιμο για την εθνική μας αυτογνωσία.
«Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι στα χίλια χρόνια που επέζησε, μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο ακολούθησε μια συνεχή πορεία προς την καταστροφή. Τις κρίσεις στις οποίες παραλίγο να υποκύψει, ακολούθησαν πολλές φορές περίοδοι ασύγκριτης λάμψης», διευκρινίζει ο Ντιλ στις εισαγωγικές σελίδες της «Ιστορίας...» του. Κι ευθύς εξαρχής επισημαίνει τη σωτήρια για την Ευρώπη στρατιωτική αξία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την άνθιση στους κόλπους της του «πιο εκλεπτυσμένου πολιτισμού του Μεσαίωνα» και την «παντοδύναμη» πνευματική επιρροή της τόσο στη Δύση όσο και στην σλαβική και ασιατική Ανατολή.
Όπως παραδέχεται ο Γάλλος ιστορικός, «Θα 'ταν παιδιάστικο ν' αποκρύψουμε τα ελαττώματα αυτού του κράτους. Γνώρισε πολύ συχνά επαναστάσεις των ανακτόρων και στρατιωτικές στάσεις. Αγάπησε με πάθος τα παιχνίδια του ιπποδρόμου και ακόμη περισσότερο τις θεολογικές έριδες. Παρά την κομψότητα του πολιτισμού του, τα ήθη του ήταν συχνά σκληρά και βάρβαρα, και παρήγαγε σε μεγάλη αφθονία μέτριους χαρακτήρες και κακές ψυχές. Αλλά ό,τι κι αν ήταν, αυτό το κράτος υπήρξε μεγάλο... Κι όσο μακρινή κι αν φαίνεται η ιστορία του, δεν είναι καθόλου μια ιστορία νεκρή που πρέπει να ξεχαστεί».
Στα «Πορτρέτα Βυζαντινών» ο αναγνώστης θα βρει μια ολόκληρη σειρά από υπάρξεις ρομαντικές, μελαγχολικές ή τραγικές που συμβολίζουν και εξηγούν αρκετά καλά τη βασική και μόνιμη παρεξήγηση που -παρ' όλες τους τις προσπάθειες να προσεγγίσουν και να αλληλοκατανοηθούν- χώριζε πάντα σε δύο εχθρικούς και αντιμαχόμενους κόσμους, τον Ελληνικό και τον Λατινικό.
«Η σύγχρονη Ελλάδα οφείλει πολύ περισσότερα στο χριστιανικό Βυζάντιο παρά στην Αθήνα του Περικλή και του Φειδία», έγραφε στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γάλλος ιστορικός και ακαδημαϊκός Κάρολος Ντιλ (1859-1944), ένας από τους διαπρεπέστερους βυζαντινολόγους της εποχής του, καθηγητής στα πανεπιστήμια του Νανσί, του Παρισιού και του Χάρβαρντ που, με τα βιβλία και τη διδασκαλία του, άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη του βυζαντινού πολιτισμού. Σ' αυτόν χρωστάμε την κλασική πλέον «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», έργο-αναφοράς πολύτιμο για την εθνική μας αυτογνωσία.
«Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι στα χίλια χρόνια που επέζησε, μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο ακολούθησε μια συνεχή πορεία προς την καταστροφή. Τις κρίσεις στις οποίες παραλίγο να υποκύψει, ακολούθησαν πολλές φορές περίοδοι ασύγκριτης λάμψης», διευκρινίζει ο Ντιλ στις εισαγωγικές σελίδες της «Ιστορίας...» του. Κι ευθύς εξαρχής επισημαίνει τη σωτήρια για την Ευρώπη στρατιωτική αξία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την άνθιση στους κόλπους της του «πιο εκλεπτυσμένου πολιτισμού του Μεσαίωνα» και την «παντοδύναμη» πνευματική επιρροή της τόσο στη Δύση όσο και στην σλαβική και ασιατική Ανατολή.
Όπως παραδέχεται ο Γάλλος ιστορικός, «Θα 'ταν παιδιάστικο ν' αποκρύψουμε τα ελαττώματα αυτού του κράτους. Γνώρισε πολύ συχνά επαναστάσεις των ανακτόρων και στρατιωτικές στάσεις. Αγάπησε με πάθος τα παιχνίδια του ιπποδρόμου και ακόμη περισσότερο τις θεολογικές έριδες. Παρά την κομψότητα του πολιτισμού του, τα ήθη του ήταν συχνά σκληρά και βάρβαρα, και παρήγαγε σε μεγάλη αφθονία μέτριους χαρακτήρες και κακές ψυχές. Αλλά ό,τι κι αν ήταν, αυτό το κράτος υπήρξε μεγάλο... Κι όσο μακρινή κι αν φαίνεται η ιστορία του, δεν είναι καθόλου μια ιστορία νεκρή που πρέπει να ξεχαστεί».
En