Το «The Town» έρχεται απόψε στις 23:40 στο Star, φέρνοντας στη μικρή οθόνη μια σκοτεινή ιστορία εγκλήματος, έρωτα και λύτρωσης στους δρόμους της Βοστόνης. Ο Μπεν Άφλεκ βρίσκεται μπροστά και πίσω από την κάμερα, καθώς πρωταγωνιστεί, σκηνοθετεί και συνυπογράφει το σενάριο μιας από τις πιο αναγνωρισμένες αστυνομικές περιπέτειες της δεκαετίας του 2010. Η ταινία του 2010 βασίζεται στο μυθιστόρημα «Prince of Thieves» του Τσακ Χόγκαν και έχει διάρκεια 125 λεπτά. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ομάδα έμπειρων ληστών τραπεζών από το Τσαρλστάουν, μια συνοικία της Βοστόνης με τη φήμη ότι έχει γεννήσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων που στράφηκαν στο οργανωμένο έγκλημα.

"The Town": Η ληστεία που αλλάζει τα πάντα

Ο Νταγκ ΜακΡέι, τον οποίο υποδύεται ο Μπεν Άφλεκ, ηγείται μιας άρτια οργανωμένης και αδίστακτης συμμορίας. Κατά τη διάρκεια μιας ληστείας, τα μέλη της κρατούν όμηρο τη διευθύντρια της τράπεζας, Κλερ, πριν τελικά την αφήσουν ελεύθερη. Ο Νταγκ την πλησιάζει αργότερα χωρίς να της αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα, θέλοντας να διαπιστώσει πόσα θυμάται και εάν μπορεί να οδηγήσει τις Αρχές στα ίχνη τους. Η αποστολή του, όμως, παίρνει απρόβλεπτη τροπή, καθώς ερωτεύεται τη γυναίκα που λίγες ημέρες νωρίτερα είχε τρομοκρατήσει. Η σχέση τους τον κάνει να επιθυμεί μια διαφορετική ζωή, μακριά από τις ληστείες και τη βία. Η απόφασή του τον φέρνει αντιμέτωπο τόσο με το FBI όσο και με τον Τζεμ, τον εκρηκτικό παιδικό του φίλο, ο οποίος δεν είναι διατεθειμένος να τον αφήσει να απομακρυνθεί από τη συμμορία.

Ο Τζέρεμι Ρένερ και η ερμηνεία που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ

Στον ρόλο του Τζεμ εμφανίζεται ο Τζέρεμι Ρένερ, παραδίδοντας μία από τις πιο δυνατές ερμηνείες της καριέρας του. Η παρουσία του στην ταινία τού χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Ο Μπεν Άφλεκ είχε αρχικά σκεφτεί τον Μαρκ Γουόλμπεργκ για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Εκείνος, όμως, ήταν απασχολημένος με τα γυρίσματα του «The Fighter» και τελικά ο Κέισι Άφλεκ πρότεινε στον αδελφό του τον Τζέρεμι Ρένερ. Το βασικό καστ συμπληρώνουν η Ρεμπέκα Χολ, ο Τζον Χαμ και η Μπλέικ Λάιβλι, η οποία εντυπωσίασε την παραγωγή από την πρώτη οντισιόν με τη φυσικότητα της τοπικής προφοράς της.

Το αρχικό σχέδιο με τον Μπραντ Πιτ

Πριν περάσει στα χέρια του Μπεν Άφλεκ, το κινηματογραφικό σχέδιο προοριζόταν για τον Άντριαν Λιν, τον σκηνοθέτη της «Μοιραίας Έλξης». Η δική του εκδοχή θα είχε διάρκεια περίπου τρεισήμισι ώρες, προϋπολογισμό 90 εκατομμυρίων δολαρίων και τον Μπραντ Πιτ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το ύφος θα πλησίαζε περισσότερο το ερωτικό θρίλερ, όμως το στούντιο απέρριψε την πρόταση εξαιτίας του υψηλού κόστους. Όταν ανέλαβε ο Άφλεκ, έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στον ρεαλισμό του εγκληματικού κόσμου και στη σύγκρουση του ήρωα με τη ζωή που είχε κληρονομήσει.

Το τετράωρο υλικό και το δύσκολο μοντάζ

Η πρώτη ολοκληρωμένη εκδοχή της ταινίας είχε διάρκεια περίπου τεσσάρων ωρών. Ο Μπεν Άφλεκ χρειάστηκε να περιορίσει δραστικά το υλικό, καταλήγοντας μέσα σε μόλις τρεις ημέρες στη διάρκεια των 125 λεπτών που προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Παρά το δύσκολο μοντάζ, η τελική μορφή διατήρησε τόσο την καταιγιστική δράση όσο και τη συναισθηματική διαδρομή του Νταγκ, ο οποίος προσπαθεί να ξεφύγει από έναν κύκλο εγκλήματος που μοιάζει να καθορίζει ολόκληρη την περιοχή.

Η έρευνα με πραγματικούς ληστές και το FBI

Για να αποδώσει πειστικά τον κόσμο του Τσαρλστάουν, ο Μπεν Άφλεκ συνομίλησε με καταδικασμένους ληστές τραπεζών. Ο Τζέρεμι Ρένερ πέρασε επίσης χρόνο μαζί τους, παρατηρώντας την προφορά, τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε με την ειδική ομάδα Violent Crimes Task Force του FBI, ώστε οι αστυνομικές επιχειρήσεις και οι καταδιώξεις να έχουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια. Η Μπλέικ Λάιβλι ακολούθησε τη δική της μέθοδο προετοιμασίας, περνώντας περίπου έναν μήνα ανάμεσα σε κατοίκους της Βοστόνης και συχνάζοντας σε τοπικά μπαρ, προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα τον χαρακτήρα της.

Η σπάνια άδεια για το Fenway Park

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά μέρη της ταινίας είναι η τελική αιματηρή καταδίωξη στο Fenway Park, το ιστορικό γήπεδο μπέιζμπολ της Βοστόνης. Η παραγωγή εξασφάλισε μια ιδιαίτερα σπάνια άδεια για να πραγματοποιήσει τα γυρίσματα στον πραγματικό χώρο, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αίσθηση αυθεντικότητας.

Το «The Town» απέσπασε πολύ θετικές κριτικές και διατηρεί βαθμολογία 85% στο Rotten Tomatoes. Η επιτυχία του ενίσχυσε τη σκηνοθετική θέση του Μπεν Άφλεκ μετά το «Gone Baby Gone», αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να συνδυάσει την ένταση μιας ληστείας με μια πιο ανθρώπινη ιστορία για την ανάγκη φυγής και τη δεύτερη ευκαιρία. Με φόντο μια πόλη όπου το έγκλημα περνά από γενιά σε γενιά, η ταινία παρακολουθεί έναν άνδρα που αναζητά τρόπο να σπάσει τον κύκλο, γνωρίζοντας πως κάθε βήμα προς την ελευθερία μπορεί να αποδειχθεί και το τελευταίο του.