Oι οκτώ στους δέκα Ελληνες καταναλωτές (84%), σύµφωνα µε πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεµπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), µειώνουν αγορές σε προσωπικά αντικείµενα, όπως ρούχα και είδη σπιτιού. Επίσης, τρεις στους τέσσερις καταναλωτές (75%) δηλώνουν ότι αγοράζουν τρόφιµα βάσει τιµής και όχι µάρκας.

Παράλληλα, έρευνα του Ινστιτούτου Εµπορίου και Υπηρεσιών της Ελληνικής Συνοµοσπονδίας Εµπορίου και Επιχειρηµατικότητας (ΙΝΕΜΥ -ΕΣΕΕ) αµέσως µετά τις θερινές εκπτώσεις, που έληξαν τον Αύγουστο, δείχνει ότι πάνω από το 52% των επιχειρήσεων αναφέρει πως είχε χειρότερες πωλήσεις από το 2021, ενώ µόλις το 29% υποστηρίζει ότι τα πήγε καλύτερα από πέρυσι. Από την άλλη πλευρά, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων της χώρας µας, σύµφωνα µε την ΕΛ.ΣΤΑΤ., µέσα στο β’ τρίµηνο του έτους εκτοξεύθηκε στα 15,4 δισ. ευρώ, από 13,7 δισ. ευρώ που ήταν πέρυσι, σηµειώνοντας αύξηση 12,4%. Ο φετινός τζίρος, µάλιστα, είναι κατά 15% αυξηµένος από τον αντίστοιχο του β’ τριµήνου του 2019.

Τα αποτελέσµατα των επιχειρήσεων επιβεβαιώνουν την πορεία αυτή, µε τα οικονοµικά τους µεγέθη να έχουν απογειωθεί το 2021, ενώ σηµαντική άνοδος καταγράφεται και µέσα στο 2022. Πού οφείλεται εποµένως το παράδοξο της ευηµερίας των αριθµών και της δυστυχίας των ανθρώπων, που έλεγε και ο Γιώργος Παπανδρέου; Σύµφωνα µε τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Γιώργο Καρανίκα, το παράδοξο αποδίδεται στον έντονο δυϊσµό του εµπορίου, που εκδηλώνεται σε δύο επίπεδα: πρώτον, στο µέγεθος της επιχείρησης και, δεύτερον, σε γεωγραφικό.

Αναφορικά µε το µέγεθος των επιχειρήσεων, όπως παρατηρεί ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, οι µεγάλοι γίνονται µεγαλύτεροι και οι µικροί µικρότεροι (αν δεν εξαφανίζονται). Ο ίδιος αναφέρεται στο παράδειγµα των µεγάλων εµπορικών επιχειρήσεων ένδυσης του εξωτερικού, όπως Zara και H&M, που κερδίζουν µερίδιο αγοράς ειδικά στο δυναµικό κοινό της νεολαίας, που ξοδεύει περισσότερο. «Υπάρχει µια έκρηξη, που ξεκίνησε µετά την πανδηµία και συνεχίζεται και έχει να κάνει µε τις πολυεθνικές επιχειρήσεις που δηµιουργούν µεγάλα καταστήµατα σε πολυχώρους και εµπορικά κέντρα», λέει ο κ. Καρανίκας. Τη θέση αυτή υποστηρίζει σθεναρά και ο πρόεδρος του Εµπορκού και Βιοµηχανικού Επιµελητηρίου Πειραιά, Βασίλης Κορκίδης. Οπως αναφέρει, η αύξηση του τζίρου που δείχνει η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αφορά επιχειρήσεις µε διπλογραφικά βιβλία, πράγµα που σηµαίνει ότι δεν αντικατοπτρίζει την κατάσταση στις µικρότερες επιχειρήσεις λιανικής. Οι τελευταίες, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, «δικαιολογηµένα διαµαρτύρονται για συγκέντρωση του τζίρου σε µεγαλύτερες επιχειρήσεις». Ο κ. Κορκίδης αποδίδει την άνοδο του τζίρου και στον πληθωρισµό. «Η ακρίβεια “φουσκώνει” τους τζίρους, αλλά όχι τα κέρδη, και αυτό επιβεβαιώνεται από την αναντιστοιχία του όγκου πωλήσεων και του κύκλου εργασιών ακόµα και στα σουπερµάρκετ», λέει χαρακτηριστικά



Infographics: ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Τουριστικές περιοχές

Οι άνθρωποι της αγοράς σηµειώνουν, ακόµα, τον δυϊσµό του εµπορίου σε γεωγραφικό επίπεδο. Οι τουριστικές περιοχές φέτος είχαν πολύ καλύτερη πορεία από ό,τι οι µη τουριστικές. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ., για παράδειγµα, έδειξε αύξηση του λιανικού εµπορίου σε Κρήτη, Ιόνια Νησιά και Ν. Αιγαίο από 22% έως 58% σε σχέση µε το 2021, έναντι 12% που ήταν ο µέσος όρος στην Ελλάδα. Στην Αττική, η αύξηση είναι στο 10,2% και, όπως επισηµαίνει ο κ. Καρανίκας, βρίσκεται στο όριο του πληθωρισµού. «Οι επόµενοι φθινοπωρινοί µήνες θα αποτυπώσουν την κατανάλωση στη µετα-τουριστική περίοδο και θα δείξουν πιο καθαρά πού τελικά κατευθύνεται η εγχώρια κατανάλωση και πώς κινείται ο τζίρος στην ελληνική αγορά», παραδέχεται ο κ. Κορκίδης. Ο ίδιος φέρεται πεπεισµένος ότι η άνοδος των αριθµών στο λιανικό εµπόριο οφείλεται, αφενός µεν, στον υψηλό πληθωρισµό, αφετέρου δε, στην εισαγόµενη κατανάλωση των ξένων τουριστών. Οι παράγοντες του εµπορίου αναφέρονται και στην αλλαγή του µοντέλου λειτουργίας της λιανικής αγοράς.

Οπως επισηµαίνει ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι περίπου το 30% του τζίρου της λιανικής πλέον περνά από ψηφιακά κανάλια και όχι από τις παραδοσιακές βιτρίνες και τα γκισέ των καταστηµάτων που βρίσκονται στους εµπορικούς δρόµους της χώρας. Ο κ. Καρανίκας, ακόµα, παραδέχεται ότι οι µεγάλοι του κλάδου, έχοντας µεγαλύτερη οικονοµική επιφάνεια, κατάφεραν να στρίψουν περισσότερο αποτελεσµατικά το «καράβι» τους προς τα ψηφιακά κανάλια µόλις ενέσκηψε η πανδηµία, σε αντίθεση µε τους µικρούς, που αποδείχτηκαν λιγότερο αποτελεσµατικοί. 

Δημοσιεύτηκε στο MoneyPro των ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΩΝ στις 15/10