Μέσω των δεδομένων της PISA (Πρόγραμμα για τη Διεθνή Αξιολόγηση Μαθητών) του ΟΟΣΑ προσπάθησε να προσεγγίσει τους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που καθορίζουν τις επιδόσεις και τα επαγγελματικά σχέδια των μαθητών στην Ελλάδα το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Η μελέτη, με τίτλο «Διαγενεακή κινητικότητα στην εκπαίδευση: Κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες που καθορίζουν τις επιδόσεις και τα επαγγελματικά σχέδια των μαθητών στην Ελλάδα», εκπονήθηκε με την υποστήριξη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics (LSE).

Βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών των γονιών τους και του νοικοκυριού στο οποίο διαβιούν, παρουσιάζει σημαντική συσχέτιση με τις επιδόσεις τους στο Πρόγραμμα PISA, αλλά και με τις μελλοντικές τους επαγγελματικές φιλοδοξίες.

Σπουδές, αλλά χωρίς καλά αμειβόμενες δουλειές


Κατ’ αρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα κατατάσσεται υψηλά με βάση τον δείκτη απόλυτης διαγενεακής κινητικότητας στην εκπαίδευση (στην 10η θέση ανάμεσα σε 36 οικονομίες υψηλού εισοδήματος), αλλά χαμηλά με βάση τους δείκτες σχετικής διαγενεακής κινητικότητας (στην 31η και 34η θέση στην ανοδική και καθοδική κατεύθυνση αντίστοιχα).

Επιπλέον όπως προκύπτει από τη μελέτη, οι μαθητές που προέρχονται από υψηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα καταγράφουν σημαντικά υψηλότερους βαθμούς στους διαγωνισμούς PISA του ΟΟΣΑ.

Ωστόσο, συγκρινόμενη με άλλες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται σχετικά χαμηλά με βάση τη σχέση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών των 15χρονων μαθητών και των επιδόσεών τους στο Πρόγραμμα PISA.

Πολύ υψηλά, πάντως, καταγράφονται οι φιλοδοξίες των μαθητών στην Ελλάδα για πανεπιστημιακές σπουδές (6η θέση ανάμεσα σε 42 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ και ΕΕ) και πολύ χαμηλά οι φιλοδοξίες για απασχόληση σε επαγγέλματα υψηλού εισοδήματος (36η θέση).

Σημαντικά συμπεράσματα

– Το 70% των παιδιών που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980 στην Ελλάδα πέτυχαν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τους γονείς τους, ως αποτέλεσμα της σημαντικής διεύρυνσης του εκπαιδευτικού συστήματος τις τελευταίες 4 δεκαετίες στη χώρα.

Με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη απόλυτης διαγενεακής κινητικότητας στην εκπαίδευση, η Ελλάδα κατατάσσεται υψηλά σε διεθνείς κατατάξεις (10η θέση ανάμεσα σε 36 οικονομίες υψηλού εισοδήματος).

- Ωστόσο, η διεύρυνση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν οδήγησε σε σημαντική μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η πιθανότητα ένα παιδί που γεννήθηκε από γονείς με σχετικά χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (στο κάτω μισό της κατανομής) να λάβει πολύ υψηλό μορφωτικό επίπεδο (δηλ. να βρεθεί στο υψηλότατο τεταρτημόριο της κατανομής) περιορίζεται σε 14% στην Ελλάδα.

Με βάση τη συγκεκριμένη πιθανότητα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 31η ανάμεσα σε 36 οικονομίες υψηλού εισοδήματος.

– Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών στο Πρόγραμμα PISA, αλλά και τα μελλοντικά τους σχέδια συσχετίζονται με την κοινωνικοοικονομική θέση των γονέων, η οποία
διοχετεύεται στα παιδιά κυρίως μέσω πολιτιστικών και εκπαιδευτικών οδών και αγαθών, του βαθμού γονεϊκής συναισθηματικής υποστήριξης, αλλά και μέσω του τύπου των σχολείων στα οποία φοιτούν οι μαθητές (δημόσια ή ιδιωτικά).

Μεταναστευτικό υπόβαθρο και bullying αρνητικοί παράγοντες

Το μεταναστευτικό υπόβαθρο των μαθητών και οι εμπειρίες σχολικού εκφοβισμού παρουσιάζουν σημαντικές αρνητικές συσχετίσεις με τα γνωστικά αποτελέσματα και τα σχέδια των μαθητών για το μέλλον.

– Αποκαλύφθηκαν επίσης διαφορές ανά γνωστικό πεδίο ανάλογα με το φύλο. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ο τομεακός διαχωρισμός στην εκπαίδευση και την
απασχόληση μεταξύ ανδρών και γυναικών ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία.

– Στην Ελλάδα, η σχέση μεταξύ του κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου και των επιδόσεων των μαθητών είναι εμφανής και γενικά σταθερή διαχρονικά.

– Συγκρινόμενη με άλλες χώρες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών των μαθητών και των επιδόσεών τους στο Πρόγραμμα PISA.

– Στο σχετικά χαμηλό βαθμό διαγενεακής κινητικότητας που παρατηρείται στη χώρα σημαντική συνεισφορά έχουν κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες που επιδρούν στην πορεία των μαθητών μετά την ολοκλήρωση του υποχρεωτικού κύκλου εκπαίδευσης.

«Απαγορεύονται» τα επαγγέλματα υψηλού εισοδήματος

Σε αυτούς τους παράγοντες ενδέχεται να περιλαμβάνονται οι υψηλές δαπάνες για φροντιστήρια για είσοδο σε πανεπιστημιακές σχολές υψηλής ζήτησης και για
μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, ο ενισχυμένος ρόλος των κοινωνικών δεσμών των γονέων για την εξασφάλιση της εισόδου των παιδιών τους στην αγορά εργασίας και η ιδιαίτερη δομή της ελληνικής οικονομίας (υψηλό μερίδιο οικογενειακών επιχειρήσεων, επαγγελματικών γραφείων και αυτοαπασχολούμενων).

– Η δυσκολότερη είσοδος σε επαγγέλματα υψηλού εισοδήματος στην Ελλάδα αντανακλάται στο χαμηλό επίπεδο των σχετικών φιλοδοξιών που καταγράφουν οι 15χρονοι μαθητές στη χώρα. Μόλις το 22,9% των μαθητών στην Ελλάδα δηλώνει ότι σκοπεύει να ακολουθήσει ένα από αυτά τα επαγγέλματα, έναντι 30,1% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.

Με βάση το συγκεκριμένο ποσοστό, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 36η θέση, ανάμεσα σε 42 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ και ΕΕ.

Από τα ευρήματα της μελέτης προκύπτει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα θα μπορούσε να ωφεληθεί από μια σειρά παρεμβάσεων, που θα έχουν ως στόχο την άμβλυνση των παρατηρούμενων ανισοτήτων στις επιδόσεις του μαθητικού πληθυσμού στην Ελλάδα.

Απώτερο στόχο αποτελεί η ενίσχυση της διαγενεακής κινητικότητας στην εκπαίδευση αλλά και ευρύτερα, ώστε οι μαθητές να απολαμβάνουν ισότιμες προοπτικές για το μέλλον τους ανεξάρτητα από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των γονιών τους.