Το 2025 καταγράφεται ως ακόμα μία χρονιά-ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα διανύει μια «χρυσή δεκαετία» αλλεπάλληλων ρεκόρ. Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ και της Τραπέζης της Ελλάδος δείχνουν σαφή ενίσχυση τόσο στις αφίξεις όσο και στα έσοδα, την ίδια στιγμή όμως που αναδεικνύονται με μεγαλύτερη ένταση τα δομικά όρια του μοντέλου ανάπτυξης: υποδομές, φέρουσα ικανότητα, εποχικότητα και κοινωνική αποδοχή.

Στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου - Νοεμβρίου 2025, οι διεθνείς αεροπορικές αφίξεις ανήλθαν σε 26,9 εκατ., αυξημένες κατά 5,8% σε σχέση με το 2024. Ιδιαίτερα ισχυρός ήταν ο Νοέμβριος, με άνοδο 13,7%, επιβεβαιώνοντας ότι η τουριστική περίοδος επιμηκύνεται. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη κατέγραψαν διψήφια ποσοστά αύξησης, ενώ η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και τα Ιόνια Νησιά διατήρησαν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Εξαίρεση αποτέλεσαν και φέτος οι Κυκλάδες (Μύκονος και Σαντορίνη), όπου σημειώθηκε μείωση 7,2%, ένδειξη ότι η υπερφόρτωση προηγούμενων ετών αρχίζει να λειτουργεί ανασταλτικά.

Σε επίπεδο έτους, οι διεθνείς αφίξεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα 37 εκατομμύρια, με ετήσια αύξηση περίπου 5%. Η Ελλάδα εδραιώνεται πλέον στη δεκάδα των κορυφαίων τουριστικών χωρών παγκοσμίως, με μερίδιο 2,5% στις διεθνείς αφίξεις, από περίπου 2% πριν από μία δεκαετία. Η Γερμανία παραμένει η μεγαλύτερη αγορά, με 5,65 εκατ. επισκέπτες (+8,3%), ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο (4,68 εκατ., +6,6%) και την Ιταλία (2,1 εκατ.,
+8,2%). Αντίθετα, η Γαλλία κατέγραψε μικρή κάμψη (-2%), ενώ οι αφίξεις από τη Ρωσία, αν και αυξημένες, παραμένουν περιορισμένες σε απόλυτα μεγέθη.


Ισχυρή εικόνα

Ακόμα ισχυρότερη είναι η εικόνα στα έσοδα. Στο δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2025, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 22,39 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 8,9% και ήδη υψηλότερες από το σύνολο του 2024. Η άνοδος προήλθε τόσο από την Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και -κυρίως- από αγορές εκτός Ε.Ε. Το Ηνωμένο Βασίλειο
(+15,1%) και οι ΗΠΑ (+8,4%) ενίσχυσαν τη μέση κατά κεφαλήν δαπάνη, ενισχύοντας την ποιότητα των εσόδων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνοντας την εξάρτηση από μακρινές και πιο ευμετάβλητες αγορές. Η γεωγραφική κατανομή των επισκεπτών αποκαλύπτει και μια βαθύτερη μετατόπιση: οι αφίξεις από την Ε.Ε.-27 αυξήθηκαν οριακά, ενώ από τις λοιπές χώρες σημειώθηκε άνοδος άνω του 9%. Πρόκειται για εξέλιξη θετική από πλευράς εσόδων, αλλά σύνθετη από πλευράς στρατηγικής, καθώς εντείνει την ανάγκη για ανθεκτικότητα απέναντι σε γεωπολιτικές και οικονομικές αναταράξεις.

Παράλληλα, η βραχυχρόνια μίσθωση συνεχίζει να αναπτύσσεται. Τον Νοέμβριο του 2025 τα καταλύματα ανήλθαν σε 213 χιλιάδες, αυξημένα σε ετήσια βάση, με τις διαθέσιμες κλίνες να παραμένουν κοντά στο 1 εκατομμύριο. Η δυναμική αυτή ενισχύει την προσφορά, αλλά επιβαρύνει τη φέρουσα ικανότητα πολλών προορισμών, ιδίως εκείνων με ήδη υψηλή τουριστική πίεση.

Ο δείκτης «τουρίστες ανά κάτοικο» αποτυπώνει εύγλωττα το μέγεθος της πρόκλησης. Με μέσο όρο περίπου 3,5 τουρίστες ανά κάτοικο, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο επιβαρυμένες τουριστικά χώρες παγκοσμίως. Πίσω από τον μέσο όρο κρύβονται τεράστιες περιφερειακές ανισότητες: στο Νότιο Αιγαίο ο δείκτης φτάνει τους 21 τουρίστες ανά κάτοικο, στα Ιόνια τους 16,6, ενώ σε αρκετές ηπειρωτικές περιφέρειες παραμένει κάτω από το 1. Η πίεση κορυφώνεται τους θερινούς μήνες, με σοβαρές επιπτώσεις σε ύδρευση, αποχέτευση, απορρίμματα και  υγειονομικές υπηρεσίες.


Το νέο έτος

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι προοπτικές για το 2026 εμφανίζονται θετικές, αλλά όχι ανέφελες. Οπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδας και της Hotrec, Αλέξανδρος Βασιλικός, δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή «καμπανάκια» από δείκτες όπως τα slots και τα early bookings. Ωστόσο, ο κλάδος λειτουργεί πλέον σε καθεστώς μεγάλης αβεβαιότητας, με τις ευρωπαϊκές οικονομίες υπό πίεση και τις γεωπολιτικές εστίες έντασης να παραμένουν ενεργές.

Το πραγματικό διακύβευμα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αφορά τόσο τη μία σεζόν όσο τον στρατηγικό ορίζοντα της επόμενης δεκαετίας. Υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό, ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ψηφιακή μετάβαση και φέρουσα ικανότητα των προορισμών συνιστούν τα κρίσιμα μέτωπα. Χωρίς ουσιαστικές επενδύσεις και καλύτερη χωρική και χρονική κατανομή της ζήτησης, η τουριστική επιτυχία κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράγοντα φθοράς.

Ο ελληνικός τουρισμός, όπως εύστοχα ειπώθηκε, θυμίζει μια Ferrari που κινείται με μεγάλη ταχύτητα σε δρόμους που δεν έχουν σχεδιαστεί για τέτοια ένταση. Το 2025 επιβεβαίωσε τη δυναμική. Το 2026 θα δείξει αν η χώρα μπορεί να συνδυάσει την ανάπτυξη με τη βιωσιμότητα και αν θα μετατρέψει τα ρεκόρ σε μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα.

* Δημοσιεύθηκε στο Money Pro της εφημερίδας Παραπολιτικά στις 4 Ιανουαρίου