Η Βενεζουέλα, η χώρα µε τα µεγαλύτερα αποδεδειγµένα αποθέµατα πετρελαίου παγκοσµίως, επανέρχεται στο προσκήνιο της διεθνούς ενεργειακής σκακιέρας. Έπειτα από χρόνια πολιτικής αποµόνωσης, κυρώσεων και κατάρρευσης της παραγωγής, οι τελευταίες εξελίξεις έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον των µεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, οι οποίες βλέπουν στη χώρα της Λατινικής Αµερικής µια σπάνια -αλλά και εξαιρετικά ριψοκίνδυνη- ευκαιρία. Οι δηλώσεις της αµερικανικής ηγεσίας, οι κινήσεις στις διεθνείς αγορές και η πληθώρα αναλύσεων των τελευταίων ηµερών καταδεικνύουν ότι ένας νέος γύρος ανταγωνισµού ξεκινά, µε επίκεντρο τα κοιτάσµατα του Ορινόκο και τον έλεγχο της µελλοντικής παραγωγής. Οι µεγάλες πετρελαϊκές «παίρνουν θέσεις µάχης» σε ένα παιχνίδι που συνδυάζει επιχειρηµατικά συµφέροντα, γεωπολιτικές ισορροπίες και ενεργειακή ασφάλεια.

Διαβάστε: Guardian: "Δεν καταρρέει" η ρωσική οικονομία ακόμα και με την πτώση τιμής του πετρελαίου - Η σύγκριση με το Ιράν και ο "σκιώδης" στόλος

Σε θέση "μάχης" οι πετρελαϊκές 

Ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραµπ, δήλωσε ότι η οµάδα του θα «κυβερνήσει» πλέον τη Βενεζουέλα και θα αναµειχθεί στην ανοικοδόµηση της πετρελαϊκής της βιοµηχανίας. «Θα ανοικοδοµήσουµε την περιοχή και δεν θα ξοδέψουµε χρήµατα, οι πετρελαϊκές εταιρείες ξοδεύουν χρήµατα», ενώ τόνισε: «Θα πάρουµε πίσω το πετρέλαιο που, ειλικρινά, θα έπρεπε να είχαµε πάρει πίσω εδώ και πολύ καιρό».

Η Βενεζουέλα διαθέτει αποθέµατα που ξεπερνούν τα 300 δισ. βαρέλια, περισσότερα ακόµα και από της Σαουδικής Αραβίας. Ωστόσο, η παραγωγή της έχει καταρρεύσει την τελευταία δεκαετία: από περισσότερα από 3 εκατ. βαρέλια ηµερησίως στις αρχές του 2000, σήµερα κινείται σε επίπεδα που δύσκολα ξεπερνούν το 1 εκατ. βαρέλια, µε µεγάλες διακυµάνσεις. Η κατάρρευση αυτή οφείλεται σε έναν συνδυασµό παραγόντων: χρόνια υποεπένδυση, µαζική φυγή εξειδικευµένου προσωπικού, κακοδιαχείριση της κρατικής PDVSA και, φυσικά, τις σκληρές κυρώσεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Παρ’ όλα αυτά, το δυναµικό παραµένει τεράστιο - και ακριβώς αυτό είναι που κινητοποιεί τις πολυεθνικές εταιρείες.

Στην πρώτη γραµµή βρίσκονται οι αµερικανικοί ενεργειακοί κολοσσοί, µε κυρίαρχη τη Chevron. Η εταιρεία είναι η µόνη µεγάλη αµερικανική πετρελαϊκή που διατηρεί ενεργή -έστω και περιορισµένη- παρουσία στη Βενεζουέλα, µέσω κοινοπραξιών µε την PDVSA. Τα τελευταία χρόνια έχει λάβει ειδικές άδειες από το αµερικανικό υπουργείο Οικονοµικών για να συνεχίσει τη δραστηριότητά της, κυρίως µε στόχο την αποπληρωµή παλαιών οφειλών.

Το ενδεχόμενο επιστροφής

Οι πρόσφατες πολιτικές δηλώσεις στις ΗΠΑ, η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και τα σενάρια για αναδιάταξη του ελέγχου στον πετρελαϊκό τοµέα της Βενεζουέλας λειτούργησαν ως καταλύτης: οι µετοχές της Chevron και άλλων ενεργειακών εταιρειών κατέγραψαν άνοδο, καθώς οι αγορές προεξοφλούν διεύρυνση των δραστηριοτήτων τους. Στο προσκήνιο βρίσκονται επίσης η ExxonMobil και η ConocoPhillips, εταιρείες µε βαθιά ιστορία στη χώρα. Και οι δύο είχαν τεράστιες επενδύσεις στη Βενεζουέλα πριν από τις εθνικοποιήσεις της δεκαετίας του 2000, ενώ αργότερα προσέφυγαν σε διεθνή διαιτησία διεκδικώντας αποζηµιώσεις δισεκατοµµυρίων. Η πιθανότητα πολιτικής αλλαγής ή επαναπροσέγγισης µε τη ∆ύση επαναφέρει στο τραπέζι το ενδεχόµενο επιστροφής τους - είτε άµεσα είτε µέσω νέων σχηµάτων.

Ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά των ΗΠΑ είναι η ικανότητα των διυλιστηρίων τους να επεξεργάζονται το βαρύ και εξαιρετικά «δύσκολο» αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Τα διυλιστήρια στον Κόλπο του Μεξικού έχουν σχεδιαστεί ακριβώς γι’ αυτόν τον τύπο πετρελαίου, γεγονός που δίνει στις αµερικανικές εταιρείες συγκριτικό πλεονέκτηµα έναντι άλλων ανταγωνιστών. Σε µια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για την Ουάσινγκτον, η επανασύνδεση µε τη Βενεζουέλα προσφέρει τη δυνατότητα µείωσης της εξάρτησης από πιο ασταθείς ή εχθρικές περιοχές.

Την τελευταία δεκαετία, το κενό που άφησαν οι δυτικές εταιρείες κάλυψαν κυρίως η Κίνα και η Ρωσία. Η CNPC και η Rosneft υπήρξαν βασικοί εταίροι της PDVSA, χρηµατοδοτώντας τη χώρα µε δάνεια που αποπληρώνονταν σε πετρέλαιο. Αυτές οι συµφωνίες επέτρεψαν στη Βενεζουέλα να επιβιώσει οικονοµικά, αλλά περιόρισαν την ευελιξία της. Σήµερα, ωστόσο, η ενίσχυση της αµερικανικής επιρροής και οι γεωπολιτικές εντάσεις φέρνουν τις κινεζικές και ρωσικές εταιρείες σε αµυντική θέση. ∆ηµοσιεύµατα αναφέρουν ότι ορισµένες κοινοπραξίες αναγκάζονται να µειώσουν την παραγωγή, λόγω περιορισµών στις εξαγωγές και στις πληρωµές, εξέλιξη που πλήττει κυρίως τους µη ∆υτικούς παίκτες.

Πέρα από τις µεγάλες δυνάµεις, ενδιαφέρον εκδηλώνεται και από ινδικές ενεργειακές εταιρείες, όπως η Reliance Industries και η ONGC. Η Ινδία, µε αυξανόµενες ενεργειακές ανάγκες, αναζητά σταθερές πηγές προµήθειας και βλέπει στη Βενεζουέλα έναν πιθανό στρατηγικό εταίρο - εφόσον αλλάξουν οι όροι του παιχνιδιού. Παρά τις τεράστιες ευκαιρίες, η επιστροφή στη Βενεζουέλα δεν είναι απλή υπόθεση. Οι υποδοµές απαιτούν επενδύσεις δεκάδων δισεκατοµµυρίων, η παραγωγή χρειάζεται χρόνια για να ανακάµψει και το πολιτικό ρίσκο παραµένει υψηλό. Καµία πετρελαϊκή δεν αγνοεί το γεγονός ότι το παιχνίδι µπορεί να αλλάξει ξανά απότοµα.

Ωστόσο, το µέγεθος των αποθεµάτων είναι τέτοιο, που κανείς δεν θέλει να µείνει εκτός. Οπως δείχνουν οι κινήσεις των τελευταίων ηµερών, οι µεγάλες πετρελαϊκές δεν περιµένουν παθητικά. Στήνονται ήδη στις γραµµές εκκίνησης, έτοιµες να διεκδικήσουν µερίδιο από τον «µαύρο χρυσό» της Βενεζουέλας, σε µια από τις πιο κρίσιµες ενεργειακές αναµετρήσεις της επόµενης δεκαετίας.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά