Όταν μια σύνταξη κατατίθεται σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα επιβολής κατάσχεσης, αλλά με σημαντικούς περιορισμούς που εξασφαλίζουν την προστασία των συνταξιούχων. Η νομοθεσία θέτει συγκεκριμένα όρια και προϋποθέσεις που διαφυλάσσουν τόσο τον κύριο δικαιούχο όσο και τους συνδικαιούχους του λογαριασμού. Το ρυθμιστικό πλαίσιο καθορίζεται από τον νόμο 5638/1932 σχετικά με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Διαβάστε: Δωρεάν ένσημα μέχρι τη σύνταξη: Ποιοι άνεργοι τα δικαιούνται και πώς τα κατοχυρώνουν

Πώς λειτουργεί η κατάσχεση σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς

Βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου, όταν επιβάλλεται κατάσχεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, το σύστημα τεκμαίρεται ότι τα χρήματα ανήκουν εξίσου σε όλους τους δικαιούχους. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσχεση αφορά αποκλειστικά το μερίδιο του οφειλέτη και δεν μπορεί να επεκταθεί στο σύνολο των διαθέσιμων. Για παράδειγμα, αν ένας κοινός λογαριασμός έχει δύο δικαιούχους και ο ένας οφείλει στο Δημόσιο, μόνο το μισό των καταθέσεων υπόκειται σε κατάσχεση. Το ακατάσχετο όριο για κάθε φυσικό πρόσωπο ορίζεται στα 1.250 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Απαιτείται ρητή δήλωση του δικαιούχου στο σύστημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, όπου ορίζεται ποιος λογαριασμός θα χαρακτηριστεί ως ακατάσχετος. Στην περίπτωση κοινού λογαριασμού, όλοι οι συνδικαιούχοι οφείλουν να υποβάλουν τη σχετική δήλωση, διαφορετικά το ποσό παραμένει εκτεθειμένο σε κατάσχεση.

Νομοθετικές διατάξεις και δικαστικές αποφάσεις

Η δικαστική πρακτική έχει διευκρινίσει σημαντικές πτυχές της προστασίας των συντάξεων. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 228/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, η οποία επιβεβαίωσε ότι οι καταθέσεις από συντάξεις απολαύουν πλήρους προστασίας όταν το μηνιαίο ποσό δεν ξεπερνά τα 1.000 ευρώ. Για υψηλότερα ποσά σύνταξης, εφαρμόζονται διαβαθμισμένοι κανόνες υπολογισμού του κατασχετέου μέρους. Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, οι απαιτήσεις που προέρχονται από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα προστατεύονται με συγκεκριμένο τρόπο. Όταν το καθαρό μηνιαίο ποσό της σύνταξης δεν υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ, απαγορεύεται πλήρως η κατάσχεση. Για ποσά μεταξύ 1.000 και 1.500 ευρώ, επιτρέπεται κατάσχεση μόνο στο 50% του ποσού που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Για συντάξεις άνω των 1.500 ευρώ, το σύνολο του υπερβάλλοντος ποσού μπορεί να κατασχεθεί.

Προϋποθέσεις ενεργοποίησης του ακατάσχετου

Η νομοθετική ρύθμιση για το ακατάσχετο εφαρμόζεται σε όλες τις κατασχέσεις που επιβλήθηκαν μετά την 19η Αυγούστου 2015, ανεξάρτητα από την ημερομηνία δημιουργίας των οφειλών. Με τον νόμο 4484/2017 και συγκεκριμένα το άρθρο 11, καθορίστηκε ότι οι καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα προστατεύονται έως το ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως ανά φυσικό πρόσωπο και μόνο σε ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Για την ενεργοποίηση της προστασίας, ο καταθέτης πρέπει να υποβάλει επίσημη δήλωση στην τράπεζα που διαχειρίζεται τον λογαριασμό του. Η προστασία ισχύει αποκλειστικά για τον δηλωμένο λογαριασμό και καλύπτει ποσά εντός του καθορισμένου ορίου κατά την περίοδο από την επιβολή της κατάσχεσης μέχρι την επόμενη ημέρα της πίστωσης της σύνταξης.

Επιπρόσθετα, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα το άρθρο 982 προβλέπει ότι η εξαίρεση από την κατάσχεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που η σύνταξη πιστώνεται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου.

Σημασία της προστασίας για τους συνταξιούχους

Η θεσμική προστασία του ακατάσχετου λογαριασμού αποτελεί θεμελιώδες μέτρο διασφάλισης των συντάξεων και των εισοδημάτων των πολιτών. Εξασφαλίζει ότι οι συνταξιούχοι διατηρούν πρόσβαση σε ένα ελάχιστο ποσό για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν οφειλές προς το Δημόσιο. Ωστόσο, η προστασία αυτή προϋποθέτει την τήρηση των διαδικαστικών υποχρεώσεων δήλωσης και τον σεβασμό των προβλεπόμενων ορίων.

Οι συνταξιούχοι που διατηρούν κοινούς λογαριασμούς πρέπει να γνωρίζουν ότι η προστασία τους ενισχύεται όταν όλοι οι συνδικαιούχοι συμμετέχουν στη διαδικασία δήλωσης του ακατάσχετου. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των συνδικαιούχων μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της προστασίας και σε κατάσχεση ποσών που διαφορετικά θα ήταν ακατάσχετα.