Ακριβό το καλάθι και το 2026: Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές σε κρέας, καφέ και σοκολάτα - Τι δείχνει η ΕΚΤ
Γιατί επιμένει ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ευρωζώνη
Ο πληθωρισμός τροφίμων παραμένει υψηλότερος από τα προ πανδημίας επίπεδα στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με την ΕΚΤ. Κρέας, καφές, σοκολάτα και κακάο ευθύνονται για πάνω από το 50% των αυξήσεων, ενώ η αποκλιμάκωση μετατίθεται για το 2026
Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα στην Ευρωζώνη συνεχίζει να κινείται υψηλότερα σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, κυρίως εξαιτίας των αυξημένων διεθνών τιμών σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, ο γενικός δείκτης τιμών τροφίμων διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,9% στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον μακροχρόνιο μέσο όρο πριν από την πανδημία, που βρισκόταν στο 2,2%. Τη μεγαλύτερη συμβολή στις ανατιμήσεις είχαν τα προϊόντα όπως κρέας, καφές, τσάι, κακάο, σοκολάτα και γλυκά, τα οποία καταγράφουν έντονες αυξήσεις στις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, οι συγκεκριμένες κατηγορίες ευθύνονται για πάνω από το 50% της συνολικής ανόδου του ετήσιου πληθωρισμού τροφίμων, παρότι το συνολικό τους βάρος στον δείκτη δεν ξεπερνά το 25%.
Αντίθετα, στις υπόλοιπες ομάδες τροφίμων οι τιμές έχουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί, μετά τη ραγδαία άνοδο που καταγράφηκε την περίοδο 2022–2023. Υπενθυμίζεται ότι τον Μάρτιο του 2023 ο δείκτης τιμών τροφίμων είχε φτάσει στο ιστορικό υψηλό του 15,5% σε ετήσια βάση.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι, παρά τη σχετική εξομάλυνση σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων, οι πιέσεις που προέρχονται από βασικές πρώτες ύλες εξακολουθούν να διατηρούν τον πληθωρισμό τροφίμων σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα της προ κορωνοϊού εποχής.
Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των τροφίμων είχαν ξεκινήσει από την περίοδο της πανδημίας, εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, ενώ εντάθηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Τότε οι αυξήσεις αφορούσαν περισσότερο στο σιτάρι και τα δημητριακά, τη ζάχαρη, τα αυγά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Στη συνέχεια είχαμε την αύξηση στις διεθνείς τιμές του ελαιολάδου, λόγω της μειωμένης παραγωγής των μεσογειακών χωρών που είναι οι κύριοι παραγωγοί , ενώ την τελευταία διετία είναι το κρέας, η σοκολάτα, το κακάο και ο καφές που επιβαρύνουν ιδιαίτερα τους καταναλωτές.
Οι διεθνείς τιμές του καφέ είχαν υπερδιπλασιαστεί στις αρχές του 2025 σε σχέση με τις αρχές του 2024. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το Trading Economics, υποχώρησαν κατά 28% από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, για να αυξηθούν ξανά περίπου 40% έως τον Νοέμβριο και να μειωθούν στη συνέχεια. Η μελέτη της ΕΚΤ σημειώνει ότι οι μεταβολές στις διεθνείς τιμές των τροφίμων περνούν με χρονική καθυστέρηση στις τιμές καταναλωτή, όπως είχε υπογραμμίσει και παλαιότερη έρευνα του ΔΝΤ, γεγονός που σημαίνει ότι και οι μειώσεις στις διεθνείς τιμές εμφανίζονται μετά από κάποιο χρονικά διάστημα στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Η εκτίναξη της διεθνούς τιμής της σοκολάτας είχε ξεκινήσει από δεύτερο εξάμηνο του 2023 και κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2024, ενώ στη συνέχεια υποχώρησε αλλά κινείται σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με το Trading Economics.
Οι αυξήσεις στο κρέας αφορούν βασικά το μοσχάρι, με τις τιμές παραγωγού στην Ευρώπη να αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 28% στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου σε ετήσια βάση, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μετά τη σταθεροποίησή τους τον Οκτώβριο, οι τιμές επανήλθαν στην ανοδική τάση τους σε ιστορικά υψηλά επίπεδα «λόγω της διαρθρωτικά περιορισμένης διαθεσιμότητας ζώων και της ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης». Στο πρώτο 9μηνο του 2025, η παραγωγή στην ΕΕ μειώθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση, με σημαντική υποχώρηση σε χώρες που είναι μεγάλοι παραγωγοί, όπως τη Γερμανία (-6,8%), τη Γαλλία και την Ισπανία (-2,8% και οι δύο). Η μείωση της παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών βόειου κρέατος κατά 14,2% (στο πρώτο 8μηνο του 2025).
Την αύξηση των διεθνών τιμών στο βόειο κρέας καταγράφει και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο οποίος σημειώνει ότι ο δείκτης τιμών κρέατος αυξήθηκε κατά 5,1% το 2025. Ωστόσο, αναφέρει ότι οι τιμές του βόειου και του πρόβειου κρέατος αυξήθηκαν απότομα σε ετήσια βάση, λόγω ισχυρής ζήτησης για εισαγωγές και περιορισμένης διαθεσιμότητας εξαγωγών. Αντίθετα, οι τιμές για το χοιρινό κρέας μειώθηκαν, καθώς εξασθένησε η παγκόσμια ζήτηση για εισαγωγές, ενώ οι τιμές για το κοτόπουλο μειώθηκαν λίγο λόγω μεγάλης προσφοράς.
Η ανάλυση του πληθωρισμού στα τρόφιμα με βάση μοντέλο που χρησιμοποίησαν οι αναλυτές της ΕΚΤ έδειξε ότι στις αυξήσεις των τιμών συμβάλει και η αύξηση των μισθών στον τομέα λιανικών πωλήσεων. Τα τελευταία στοιχεία για τις αμοιβές ανά εργαζόμενο σε διάφορους κλάδους της οικονομίας έδειξαν ότι οι αυξήσεις μισθών στο εμπόριο, τις μεταφορές και τα καταλύματα παρέμειναν υψηλές το 2025 σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η ΕΚΤ αναμένει, πάντως, ότι ο πληθωρισμός τροφίμων θα μειωθεί σημαντικά το 2026, υποχωρώντας κοντά στο 2% στα τέλη του έτους, καθώς θα εξασθενήσει ο αντίκτυπος από προηγούμενες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές τους έως το καλοκαίρι.
Γιατί παραμένει ακριβό το καλάθι τροφίμων στην Ευρωζώνη – Ποια προϊόντα «τραβούν» τον πληθωρισμό
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, ο γενικός δείκτης τιμών τροφίμων διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,9% στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον μακροχρόνιο μέσο όρο πριν από την πανδημία, που βρισκόταν στο 2,2%. Τη μεγαλύτερη συμβολή στις ανατιμήσεις είχαν τα προϊόντα όπως κρέας, καφές, τσάι, κακάο, σοκολάτα και γλυκά, τα οποία καταγράφουν έντονες αυξήσεις στις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, οι συγκεκριμένες κατηγορίες ευθύνονται για πάνω από το 50% της συνολικής ανόδου του ετήσιου πληθωρισμού τροφίμων, παρότι το συνολικό τους βάρος στον δείκτη δεν ξεπερνά το 25%.Αντίθετα, στις υπόλοιπες ομάδες τροφίμων οι τιμές έχουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί, μετά τη ραγδαία άνοδο που καταγράφηκε την περίοδο 2022–2023. Υπενθυμίζεται ότι τον Μάρτιο του 2023 ο δείκτης τιμών τροφίμων είχε φτάσει στο ιστορικό υψηλό του 15,5% σε ετήσια βάση.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι, παρά τη σχετική εξομάλυνση σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων, οι πιέσεις που προέρχονται από βασικές πρώτες ύλες εξακολουθούν να διατηρούν τον πληθωρισμό τροφίμων σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα της προ κορωνοϊού εποχής.
Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των τροφίμων είχαν ξεκινήσει από την περίοδο της πανδημίας, εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, ενώ εντάθηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Τότε οι αυξήσεις αφορούσαν περισσότερο στο σιτάρι και τα δημητριακά, τη ζάχαρη, τα αυγά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Στη συνέχεια είχαμε την αύξηση στις διεθνείς τιμές του ελαιολάδου, λόγω της μειωμένης παραγωγής των μεσογειακών χωρών που είναι οι κύριοι παραγωγοί , ενώ την τελευταία διετία είναι το κρέας, η σοκολάτα, το κακάο και ο καφές που επιβαρύνουν ιδιαίτερα τους καταναλωτές.
Εκτινάχθηκαν καφές και σοκολάτα
Οι διεθνείς τιμές του καφέ είχαν υπερδιπλασιαστεί στις αρχές του 2025 σε σχέση με τις αρχές του 2024. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το Trading Economics, υποχώρησαν κατά 28% από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, για να αυξηθούν ξανά περίπου 40% έως τον Νοέμβριο και να μειωθούν στη συνέχεια. Η μελέτη της ΕΚΤ σημειώνει ότι οι μεταβολές στις διεθνείς τιμές των τροφίμων περνούν με χρονική καθυστέρηση στις τιμές καταναλωτή, όπως είχε υπογραμμίσει και παλαιότερη έρευνα του ΔΝΤ, γεγονός που σημαίνει ότι και οι μειώσεις στις διεθνείς τιμές εμφανίζονται μετά από κάποιο χρονικά διάστημα στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.Η εκτίναξη της διεθνούς τιμής της σοκολάτας είχε ξεκινήσει από δεύτερο εξάμηνο του 2023 και κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2024, ενώ στη συνέχεια υποχώρησε αλλά κινείται σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με το Trading Economics.
Οι αυξήσεις στο κρέας αφορούν βασικά το μοσχάρι, με τις τιμές παραγωγού στην Ευρώπη να αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 28% στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου σε ετήσια βάση, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μετά τη σταθεροποίησή τους τον Οκτώβριο, οι τιμές επανήλθαν στην ανοδική τάση τους σε ιστορικά υψηλά επίπεδα «λόγω της διαρθρωτικά περιορισμένης διαθεσιμότητας ζώων και της ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης». Στο πρώτο 9μηνο του 2025, η παραγωγή στην ΕΕ μειώθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση, με σημαντική υποχώρηση σε χώρες που είναι μεγάλοι παραγωγοί, όπως τη Γερμανία (-6,8%), τη Γαλλία και την Ισπανία (-2,8% και οι δύο). Η μείωση της παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών βόειου κρέατος κατά 14,2% (στο πρώτο 8μηνο του 2025).
Την αύξηση των διεθνών τιμών στο βόειο κρέας καταγράφει και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο οποίος σημειώνει ότι ο δείκτης τιμών κρέατος αυξήθηκε κατά 5,1% το 2025. Ωστόσο, αναφέρει ότι οι τιμές του βόειου και του πρόβειου κρέατος αυξήθηκαν απότομα σε ετήσια βάση, λόγω ισχυρής ζήτησης για εισαγωγές και περιορισμένης διαθεσιμότητας εξαγωγών. Αντίθετα, οι τιμές για το χοιρινό κρέας μειώθηκαν, καθώς εξασθένησε η παγκόσμια ζήτηση για εισαγωγές, ενώ οι τιμές για το κοτόπουλο μειώθηκαν λίγο λόγω μεγάλης προσφοράς.
Η ανάλυση του πληθωρισμού στα τρόφιμα με βάση μοντέλο που χρησιμοποίησαν οι αναλυτές της ΕΚΤ έδειξε ότι στις αυξήσεις των τιμών συμβάλει και η αύξηση των μισθών στον τομέα λιανικών πωλήσεων. Τα τελευταία στοιχεία για τις αμοιβές ανά εργαζόμενο σε διάφορους κλάδους της οικονομίας έδειξαν ότι οι αυξήσεις μισθών στο εμπόριο, τις μεταφορές και τα καταλύματα παρέμειναν υψηλές το 2025 σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η ΕΚΤ αναμένει, πάντως, ότι ο πληθωρισμός τροφίμων θα μειωθεί σημαντικά το 2026, υποχωρώντας κοντά στο 2% στα τέλη του έτους, καθώς θα εξασθενήσει ο αντίκτυπος από προηγούμενες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές τους έως το καλοκαίρι.
En