Οι θέσεις στάθμευσης στην Αθήνα περνούν οριστικά στην κατηγορία των «μικρών ακινήτων με μεγάλες τιμές». Αυτό δεν φαίνεται στις αγγελίες - φαίνεται στα συμβόλαια. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι μεταβιβάσεις που καταγράφονται στο Μητρώο Αξιών Μεταβιβάσεων Ακινήτων δείχνουν εύρος τιμών από 3.800 ευρώ έως σχεδόν 45.000 ευρώ για χώρους λίγων τετραγωνικών. Με άλλα λόγια, ένα πάρκινγκ μπορεί να κοστίζει όσο ένα μεταχειρισμένο Ι.Χ. ή, σε ορισμένες γειτονιές, να πλησιάζει το κόστος μιας μικρής κατοικίας εκτός κέντρου.

Διαβάστε: Roboparking στην Ελλάδα: Πότε έρχονται και πού θα δημιουργηθούν οι πρώτες θέσεις στάθμευσης

Θέσεις στάθμευσης: Στα ύψη ο μέσος όρος τιμής πώλησης

Το ενδιαφέρον στα στοιχεία των μεταβιβάσεων δεν είναι μόνο το εύρος, αλλά και το πώς διαμορφώνεται η αξία. Θέση στάθμευσης 10 τ.μ., κατασκευής 1997, άλλαξε χέρια έναντι 12.000 ευρώ. Άλλη θέση 11 τ.μ., παρόμοιας ηλικίας, αποτιμήθηκε πάνω από 35.000 ευρώ. Και η ακριβότερη συναλλαγή του δείγματος αφορά θέση 14 τ.μ., επίσης κατασκευής 1996, με τίμημα που αγγίζει τα 45.000 ευρώ. Ακόμα και οι νεότερες θέσεις στάθμευσης (2023 και 2024) εμφανίζονται να μεταβιβάζονται κοντά ή και πάνω από τα 10.000 ευρώ, δείχνοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για «παλιά αποθέματα» που αλλάζουν χέρια, αλλά για αγορά με διαρκή ζήτηση, η οποία απορροφά και τα νέα ακίνητα. Αν οι μεταβιβάσεις δείχνουν την πραγματικότητα, οι αγγελίες δείχνουν την προσδοκία της αγοράς. Στο κέντρο της Αθήνας, ο μέσος όρος ζητούμενης τιμής πώλησης για θέσεις ή χώρους στάθμευσης κινείται στα 1.806,90 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Στα ενοίκια, το κέντρο της πρωτεύουσας εμφανίζει μέσο όρο περίπου 150 ευρώ/τ.μ.

Στις πυκνοδομημένες περιοχές του κέντρου, η αγορά «σφίγγει» έντονα. Στην Κυψέλη, για παράδειγμα, μια θέση περίπου 10 τ.μ. εμφανίζεται να έχει ουσιαστικά διπλασιάσει την τιμή της μέσα σε μία πενταετία: από επίπεδα γύρω στα 10.000 ευρώ το 2020, βρίσκεται κοντά στα 20.000 ευρώ το 2025. Στη μίσθωση, μικρές θέσεις ξεκινούν από περίπου 120 ευρώ/μήνα, ενώ σε ορισμένα σημεία η διαθεσιμότητα είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Στο Κολωνάκι η αγορά αγγίζει τα όρια του «ιδιαίτερου». Εμφανίζονται ζητούμενες τιμές πώλησης που φτάνουν έως και 150.000 ευρώ για θέσεις κάτω των 10 τ.μ., ενώ οι μισθώσεις είναι σπάνιες και, όταν υπάρχουν, «γράφουν» υψηλά ποσά. Ενδεικτικά, μπορεί να συναντήσει κανείς ζητούμενο ενοίκιο περίπου 480 ευρώ/μήνα για θέση 12 τ.μ.

Το Παγκράτι κινείται επίσης σε υψηλές ταχύτητες: οι ενοικιάσεις φτάνουν έως τα 250 ευρώ/μήνα και οι χώροι 12-15 τ.μ. αποτιμώνται συνήθως από 30.000 έως 55.000 ευρώ. Παράλληλα, εμφανίζονται μεγαλύτεροι χώροι ή «κλειστά» γκαράζ με τιμές που ανεβαίνουν σημαντικά - ειδικά όταν πρόκειται για συνδυαστικούς χώρους ή για πολλαπλές θέσεις.

Στα νότια προάστια -Νέα Σμύρνη, Ελληνικό, Ηλιούπολη- οι τιμές πώλησης για μικρές θέσεις 10-12 τ.μ. κινούνται περίπου μεταξύ 13.000 και 26.000 ευρώ. Για μεσαίες θέσεις 15- 20 τ.μ., τα ποσά φτάνουν από 40.000 έως 55.000 ευρώ, ιδιαίτερα σε ζώνες με εμπορική κίνηση ή κοντά σε μέσα σταθερής τροχιάς. Σε μεγαλύτερους χώρους ή συλλογικά πάρκινγκ καταγράφονται και υψηλότερες απαιτήσεις, γύρω στα 80.000 ευρώ ή και παραπάνω.

Στα βόρεια προάστια, η αγορά δείχνει ότι έχει αποκτήσει δική της κλίμακα. Σε περιοχές όπως Βριλήσσια, Χαλάνδρι και Αγία Παρασκευή οι ζητούμενες τιμές πώλησης παίζουν -ανάλογα με το μέγεθος και τη θέσηαπό περίπου 15.000 έως 55.000 ευρώ για μικρούς έως μεσαίους χώρους. Σε πιο «προνομιούχες» περιπτώσεις, ειδικά όταν ο χώρος είναι μεγάλος ή έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, οι τιμές ανεβαίνουν περαιτέρω, ενώ δεν λείπουν και ακραία παραδείγματα ζητούμενων τιμών σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Στη μίσθωση, εκτός του στενού κέντρου, εμφανίζονται πιο «ήπιες» επιλογές, περίπου από 80 έως 150 ευρώ/μήνα για μια συνηθισμένη θέση, όμως σε περιζήτητα σημεία ή σε κλειστές/φυλασσόμενες εγκαταστάσεις τα μισθώματα μπορούν να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 200 ευρώ/μήνα.

Που οφείλεται η εκτίναξη τιμών

Η εκτίναξη των τιμών στις θέσεις στάθμευσης δεν οφείλεται σε μόνο έναν παράγοντα. Είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης πιέσεων που δρουν ταυτόχρονα στην αγορά. Πρώτα από όλα, η προσφορά δεν προλαβαίνει τη ζήτηση: οι διαθέσιμες θέσεις είναι σαφώς λιγότερες από τα Ι.Χ., ενώ σε πολλές οικογένειες το ένα αυτοκίνητο έχει γίνει δύο ή και τρία, επιτείνοντας το πρόβλημα. Το έλλειμμα αυτό έχει και ιστορικές ρίζες, καθώς ο παλαιός κτιριακός στόλος της Αθήνας χτίστηκε χωρίς πρόβλεψη για υπόγεια πάρκινγκ. Τα περισσότερα κτίρια σχεδιάστηκαν σε μια εποχή όπου η ιδιωτική στάθμευση δεν θεωρούνταν αναγκαία, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να «κληρονομείται» και να παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα.

Ακόμα, όμως, και στα νεότερα έργα, οι θέσεις συχνά δεν επαρκούν. Τα μικρά οικόπεδα, οι αυστηροί περιορισμοί δόμησης και, κυρίως, το υψηλό κόστος κατασκευής οδηγούν αρκετούς κατασκευαστές στο να περιορίζουν τον αριθμό των υπόγειων θέσεων. Το υπόγειο πάρκινγκ έχει εξελιχθεί σε ακριβή υπόθεση: εκσκαφές, αντιστηρίξεις, υδρογεωλογικές δυσκολίες, αλλά και αυξημένες απαιτήσεις σε κανονισμούς ασφάλειας και στατικότητας ανεβάζουν σημαντικά τον προϋπολογισμό ήδη από το στάδιο της μελέτης. Παράλληλα, η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η έντονη τουριστική κίνηση σε ορισμένες περιοχές δημιουργούν πρόσθετη ζήτηση για ασφαλείς θέσεις στάθμευσης, που έρχεται να ανταγωνιστεί άμεσα τις ανάγκες των μόνιμων κατοίκων.

Τέλος, ολοένα και συχνότερα οι θέσεις στάθμευσης αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά προϊόντα. Αγοράζονται ως «μικρές επενδύσεις», με στόχο ένα σταθερό εισόδημα από μίσθωση, μειώνοντας περαιτέρω τη διαθέσιμη προσφορά για ιδιοχρησία.

Δημοσιεύθηκε στο Money Pro των Παραπολιτικών