«Καμπανάκι» για τη μεσοπρόθεσμη πορεία του δημόσιου χρέους χτυπά η Κομισιόν στη νέα ανάλυση βιωσιμότητας για την Ελλάδα βάζοντας στο «κάδρο» με τους βασικούς κινδύνους τις κρατικές εγγυήσεις, τα «κόκκινα» δάνεια, πιθανές υποχρεώσεις από δικαστικές υποθέσεις και τις έρευνες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η έκθεση καταγράφει χαμηλές βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες και θετική συμβολή της υφιστάμενης διάρθρωσης του χρέους, προειδοποιεί όμως ότι η πορεία αποκλιμάκωσης παραμένει εύθραυστη εάν επιβραδυνθεί η ανάπτυξη ή επιδεινωθούν οι συνθήκες δανεισμού.

Διαβάστε: “Βόμβα” για το χρέος η απόφαση για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη: Σχέδιο άμυνας με τις ρήτρες του “Ηρακλή” - Έκτακτη σύσκεψη με τη συμμετοχή Γιάννη Στουρνάρα

Προς το παρόν οι όροι χρηματοδότησης παραμένουν ευνοϊκοί, γεγονός που οφείλεται στο μαξιλάρι των διαθεσίμων των 44 δισ. ευρώ που επιτρέπει στο ελληνικό δημόσιο να δανείζεται φθηνότερα. Την ίδια ώρα, κρίσιμος παράγοντας, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια και η διαρκής δημοσιονομική πειθαρχία.


Ανησυχία για το ελληνικό χρέος: Ανησυχία Κομισιόν για ΟΠΕΚΕΠΕ, δικαστικές υποθέσεις, κρατικές εγγυήσεις και κόκκινα δάνεια

Τα συμπεράσματα αποτυπώνουν τόσο τις θετικές εξελίξεις των τελευταίων ετών όσο και τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να περιβάλλουν τη δυναμική του δημόσιου χρέους. Βραχυπρόθεσμα, η εικόνα θεωρείται καθησυχαστική. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου εκτιμάται ότι θα κινηθούν κοντά στο 9% του ΑΕΠ την περίοδο 2026–2027, επίπεδο που θεωρείται διαχειρίσιμο με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα από τους περισσότερους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, εξέλιξη που περιορίζει το κόστος δανεισμού και ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών.

Τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η διάρθρωση του χρέους χαρακτηρίζεται από σχετικά μεγάλη μέση διάρκεια ωρίμανσης σε σύγκριση με άλλα κράτη-μέλη. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους κατέχεται από επίσημους δανειστές με χαμηλά επιτόκια και είναι πλήρως εκφρασμένο σε ευρώ, στοιχείο που ουσιαστικά εξαλείφει τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Όλα αυτά λειτουργούν ως «μαξιλάρι» απέναντι σε βραχυχρόνιους κραδασμούς.

Ωστόσο, η μεσοπρόθεσμη περίοδος εμφανίζει αυξημένο βαθμό κινδύνου. Παρότι το βασικό σενάριο δείχνει σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, το επίπεδο παραμένει υψηλό. Οι προβολές τοποθετούν το δημόσιο χρέος κοντά στο 124% του ΑΕΠ το 2036. Η μείωση αυτή στηρίζεται σε μια κρίσιμη υπόθεση: ότι η χώρα θα διατηρεί από το 2026 και μετά διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 1,8% του ΑΕΠ. Πρόκειται για φιλόδοξη παραδοχή σε σύγκριση με τις ιστορικές επιδόσεις, που σημαίνει ότι απαιτείται σταθερή δημοσιονομική πειθαρχία για πολλά χρόνια. Παράλληλα, η θετική συμβολή της διαφοράς επιτοκίων–ρυθμού ανάπτυξης - ο λεγόμενος μηχανισμός «snowball» - εκτιμάται ότι θα εξασθενεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια, αφαιρώντας ένα βασικό στήριγμα από τη δυναμική αποκλιμάκωσης του χρέους.

Σύμφωνα με την έκθεση αν η διαφορά μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης επιδεινωθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ο λόγος χρέους θα μπορούσε να είναι περίπου 10 μονάδες υψηλότερος από το βασικό σενάριο έως το 2036. Μικρότερη δημοσιονομική προσπάθεια ή μια περίοδος χρηματοπιστωτικής έντασης με αυξημένα επιτόκια οδηγούν επίσης σε χειρότερα αποτελέσματα. Στον αντίποδα, εάν η χώρα πετύχει πρωτογενή πλεονάσματα κοντά στο μέσο όρο της τελευταίας 15ετίας, η αποκλιμάκωση του χρέους θα μπορούσε να είναι πολύ ταχύτερη. Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν υπόψη και ορισμένοι πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου οι οποίοι σχετίζονται με:

  • Τις κρατικές εγγυήσεις
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στον τραπεζικό τομέα, τα οποία παρότι έχουν μειωθεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ
  • Την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση
  • Ενδεχόμενες υποχρεώσεις που σχετίζονται με εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις κατά του κράτους καθώς και πιθανές δημοσιονομικές επιπτώσεις από εν εξελίξει έρευνες και ελέγχους για τη διαχείριση συγχρηματοδοτούμενων από την ΕΕ αγροτικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, οι δείκτες βιωσιμότητας εμφανίζονται πιο θετικοί. Με τις σημερινές παραδοχές, δεν απαιτείται πρόσθετη προσαρμογή για να μειωθεί το χρέος προς το όριο του 60% του ΑΕΠ έως το 2070.