Σε τροχιά ουσιαστικής ενεργοποίησης εισέρχεται το εθνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων, μετά τις νέες συμβάσεις για τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου, οι οποίες συνοδεύονται από δυνητικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη επταετία. Η είσοδος της Chevron, σε συνεργασία με τη Helleniq Energy, σηματοδοτεί την έναρξη ενός κύκλου ερευνών και γεωτρήσεων που θα κρίνει αν το ελληνικό υπέδαφος μπορεί να περάσει από τη φάση της γεωλογικής προσδοκίας στη φάση της παραγωγής.

Οι νέες παραχωρήσεις οδηγούν σχεδόν σε διπλασιασμό των υπό διερεύνηση εκτάσεων, από 47.905 τετραγωνικά χιλιόμετρα στο τέλος του 2025 σε 96.094 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενσωματώνοντας τα οικόπεδα «Νότια της Κρήτης 1» και «Νότια της Κρήτης 2», συνολικής έκτασης περίπου 35.000 τ.χλμ., την περιοχή «Νότια της Πελοποννήσου» με 11.000 τ.χλμ. και το μικρότερο «Α2» με 826 τ.χλμ. Η διεύρυνση αυτή μεταβάλλει το μέγεθος του ελληνικού ερευνητικού χαρτοφυλακίου και τοποθετεί τη χώρα σε πιο ενεργό ρόλο στον χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.

Ως προς το βασικό χρονοδιάγραμμα, η πρώτη περίοδος εκκινεί από τα τέλη του 2026 και εκτείνεται έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, με εκτεταμένες δισδιάστατες και τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες, γεωλογική χαρτογράφηση και αξιολόγηση δεδομένων στις νέες παραχωρήσεις. Στη συνέχεια ακολουθεί η φάση των ερευνητικών γεωτρήσεων, ενώ υπό θετικά αποτελέσματα η περίοδος 2032–2035 θεωρείται το πρώτο ρεαλιστικό παράθυρο για πιθανή έναρξη παραγωγής εγχώριων υδρογονανθράκων. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα μακράς πνοής, με υψηλές επενδυτικές απαιτήσεις και τεχνικές προκλήσεις, το οποίο ωστόσο ανοίγει για πρώτη φορά ένα συγκροτημένο ορίζοντα αξιοποίησης των εγχώριων πόρων. Παρά τον ενθουσιασμό, η αγορά συστήνει να υπάρξει «ενεργειακός ρεαλισμός». Το εγχείρημα αφορά τις λεγόμενες frontier (παρθένες) περιοχές, όπου το ρίσκο είναι υψηλό και οι τεχνικές απαιτήσεις μεγάλες.

Η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν οι ενδείξεις για μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου θα μετατρέψουν την Ελλάδα σε εξαγωγική δύναμη, διασφαλίζοντας παράλληλα τη γεωπολιτική της υπεροχή στην «καυτή» ζώνη της Ανατολικής Μεσογείου.

• Α' Φάση: Έως το 2030 - Δισδιάστατες και τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες.
• Β’ Φάση: 2030 - 2032 -Πρώτες ερευνητικές γεωτρήσεις (κόστος ~80 εκατ. η καθεμία).
• Γ’ Φάση: 2032 - 2035 - Ανάπτυξη κοιτασμάτων και έναρξη παραγωγής (εφόσον υπάρξουν ανακαλύψεις).

«Η Ελλάδα μετατρέπεται από διαμετακομιστικό κόμβο σε δυνάμει παραγωγό, ενισχύοντας την ενεργειακή αυτάρκεια της Ευρώπης», τόνισε ο Σταύρος Παπασταύρου, με τον πρωθυπουργό να κάνει λόγο για ένα μεγάλο «άλμα» στο μέλλον.

Αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι η παρουσία δύο μεγάλων αμερικανικών ομίλων στην Ελλάδα «αναβαθμίζει το γεωπολιτικό και επενδυτικό βάρος της χώρας», τονίζοντας ότι πρόκειται για μακροπρόθεσμο εγχείρημα υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλής δυνητικής απόδοσης.

Η «επόμενη ημέρα» βρίσκει την Ελλάδα με ένα διευρυμένο πρόγραμμα ερευνών, αυξημένες επενδυτικές προσδοκίες και μια δεκαετία εντατικών διεργασιών μπροστά της, κατά την οποία θα κριθεί αν η χώρα μπορεί να περάσει από τον ρόλο του διαμετακομιστή σε εκείνον του εν δυνάμει παραγωγού φυσικού αερίου.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr.