Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, παρακολουθώντας λεπτό προς λεπτό τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και ο ευρωπαϊκός συντονισμός, καθώς ο Κυριάκος Πιερρακάκης προεδρεύει του Eurogroup σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία για την Ευρωζώνη.

Διαβάστε: Κρίση στη Μέση Ανατολή: To πετρέλαιο κάνει άλμα 10% μετά την επίθεση στο Ιράν - Σε επιφυλακή η Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή για τις ελληνικές τιμές

Μία από τις άμεσες συνέπειες της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή είναι η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου. Λόγω της στρατηγικής σημασίας των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20–30% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, οποιαδήποτε διαταραχή στη διέλευση επιβαρύνει τις αγορές ενέργειας. Οι τιμές του Brent αυξήθηκαν περίπου 10% και πολλοί αναλυτές προβλέπουν πιθανή άνοδο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι εάν η αναταραχή συνεχιστεί.

Για την Ελλάδα, που παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας και μεταφορών. Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία έδειξε πόσο ευάλωτη είναι η ελληνική οικονομία στις εξωτερικές ενεργειακές διαταραχές. Ένα νέο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, να συμπιέσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να αυξήσει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η βιομηχανία, η αγροτική παραγωγή και οι μεταφορές.

Να σημειωθεί ότι ο προϋπολογισμός του 2026 καταρτίστηκε με την παραδοχή ότι η μέση διεθνής τιμή του αργού θα διαμορφωθεί στα 62,4 δολάρια το βαρέλι. Πάνω σε αυτή την εκτίμηση στηρίχθηκαν οι προβλέψεις για ανάπτυξη, πληθωρισμό και δημοσιονομικά μεγέθη. Εφόσον η σύρραξη αποδειχθεί παρατεταμένη, οι αρχικές παραδοχές θα ανατραπούν. Ήδη στα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης επικρατεί έντονος προβληματισμός για το πώς θα αντιδράσουν από σήμερα οι τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης στην εγχώρια αγορά.

Στον τουρισμό, που αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης, η ανησυχία εστιάζεται κυρίως στη διάρκεια της κρίσης. Αν η ανάφλεξη αποδειχθεί σύντομη, οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι περιορισμένες. Ωστόσο, σε περίπτωση που η ένταση διαρκέσει περισσότερο, υπάρχει φόβος για επιβράδυνση κρατήσεων, ιδιαίτερα από μακρινές αγορές που είναι πιο ευαίσθητες σε γεωπολιτικούς κινδύνους. Η εικόνα σταθερότητας της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της τουριστικής δυναμικής. Αν και η Ελλάδα θεωρείται ασφαλής προορισμός, οι διεθνείς ταξιδιωτικές ροές συχνά επιβραδύνονται σε περιόδους περιφερειακής έντασης, με πιθανές επιπτώσεις στα τουριστικά έσοδα.

Η αβεβαιότητα επηρεάζει και τις επενδύσεις, καθώς ξένοι επενδυτές ενδέχεται να τηρήσουν στάση αναμονής, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ενέργεια και οι υποδομές. Τυχόν επιδείνωση του διεθνούς κλίματος μπορεί να αυξήσει το κόστος δανεισμού και να επηρεάσει τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Η διεθνής χρηματιστηριακή κοινότητα περιμένει με κομμένη την ανάσα για το πώς θα ανοίξουν σήμερα οι αγορές.

Σε ό,τι αφορά τη ναυτιλία, έναν από τους πιο δυναμικούς και εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας, ήδη καταγράφεται αύξηση στα ασφάλιστρα κινδύνου και ανησυχία για πιθανές ανακατευθύνσεις δρομολογίων λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Η αύξηση του κόστους ναύλωσης και ασφάλισης μετακυλίεται στο διεθνές εμπόριο, επηρεάζοντας εισαγωγές και εξαγωγές.

Το πλέον ανησυχητικό, ωστόσο, αποτυπώνεται στο «εφιαλτικό» σενάριο ευαισθησίας του προϋπολογισμού. Σύμφωνα με αυτό, εάν η τιμή του πετρελαίου ξεπεράσει τα 100 δολάρια ανά βαρέλι:

  • Η ιδιωτική κατανάλωση θα μειωθεί κατά 0,7% σε σχέση με το βασικό σενάριο (που προβλέπει αύξηση 1% το 2026), ενώ οι επενδύσεις θα υποχωρήσουν κατά 0,9%.
  • Σε πραγματικούς όρους οι εισαγωγές θα μειωθούν λόγω πτώσης της εγχώριας ζήτησης, αλλά σε ονομαστικούς όρους θα αυξηθούν κατά περίπου 7,4%, με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών να επιδεινώνεται κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Ο πληθωρισμός θα εκτιναχθεί στο 4,7% έναντι 2,2% στο βασικό σενάριο.
  • Το πραγματικό ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί στο 1,9% έναντι πρόβλεψης 2,4%, αν και το ονομαστικό ΑΕΠ θα αυξηθεί λόγω πληθωρισμού, οδηγώντας σε οριακή βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου και μείωση του λόγου χρέους κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το βασικό σενάριο.

Όπως επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, η έκταση και η διάρκεια της σύγκρουσης θα καθορίσουν εάν οι επιπτώσεις θα είναι διαχειρίσιμες ή αν η ελληνική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο ισχυρών εξωτερικών κραδασμών.