Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, µε το ενδεχόµενο µιας γενικευµένης σύρραξης µεταξύ ΗΠΑ - Ισραήλ και Ιράν, δεν αποτελεί απλώς µια περιφερειακή απειλή, αλλά έναν άµεσο κίνδυνο για την παγκόσµια και, κατ’ επέκταση, την ελληνική οικονοµία. Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί αυτήν τη νέα πρόκληση, ενώ οι πληγές από τις προηγούµενες κρίσεις, τη δεκαετή οικονοµική στενωπό, την πανδηµία και την ενεργειακή κρίση του Ουκρανικού, παραµένουν σε µεγάλο βαθµό ανοιχτές. Η ελληνική οικονοµία έχει ήδη επιβαρυνθεί σηµαντικά από τις διαδοχικές αυτές δοκιµασίες, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια εφησυχασµού και τις αντοχές του κοινωνικού ιστού.

Οι συνέπειες για τη χώρα µας αναλύονται σε τρία κύρια επίπεδα. Αρχικά το ενεργειακό κόστος και ο πληθωρισµός αποτελούν το πρώτο µέτωπο. Το Ιράν ελέγχει τα Στενά του Ορµούζ, από όπου διέρχεται το ένα πέµπτο της παγκόσµιας κατανάλωσης πετρελαίου. Μια εµπλοκή θα εκτόξευε τις τιµές του αργού και του φυσικού αερίου. Για µια οικονοµία όπως η ελληνική, που παραµένει ενεργειακά εξαρτηµένη, αυτό µεταφράζεται σε άµεση αύξηση του κόστους παραγωγής και µεταφοράς. Ο κίνδυνος µιας βίαιης αναθέρµανσης του πληθωρισµού είναι ορατός, απειλώντας να ακυρώσει τις πρόσφατες προσπάθειες σταθεροποίησης των τιµών και να ροκανίσει περαιτέρω το πραγµατικό διαθέσιµο εισόδηµα.

Αυτή η πληθωριστική πίεση ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα χαµηλότερα εισοδηµατικά στρώµατα, που δαπανούν το µεγαλύτερο µέρος του εισοδήµατός τους σε βασικά αγαθά και ενέργεια, πλήττονται δυσανάλογα, καθιστώντας την κοινωνική συνοχή εξαιρετικά ευάλωτη.

Παράλληλα, η ναυτιλία και το εµπόριο δέχονται ισχυρές πιέσεις. Η ελληνική ναυτιλία, ο παγκόσµιος ηγέτης των θαλασσών, βρίσκεται στην πρώτη γραµµή του κινδύνου. Οι αυξηµένοι ναύλοι λόγω ρίσκου και οι πιθανές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες θα επηρέαζαν άµεσα τα έσοδα από τις ναυτιλιακές υπηρεσίες, έναν από τους βασικούς πυλώνες του ΑΕΠ µας.

Τέλος, η διασφάλιση της δηµοσιονοµικής σταθερότητας απαιτεί πλέον αυξηµένη προσοχή. Η ανάγκη για ενδεχόµενες πρόσθετες αµυντικές δαπάνες και η πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρώπη επιβάλλουν συνεχή εγρήγορση, ώστε να µην τεθούν υπό πίεση οι δηµοσιονοµικοί στόχοι της χώρας.

Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονοµία δεν έχει ακόµη οικοδοµήσει τα απαραίτητα αναχώµατα απέναντι σε τέτοιους εξωγενείς κραδασµούς. Η Ιστορία µάς έχει διδάξει ότι οι κρίσεις τείνουν να συσσωρεύονται και να δρουν πολλαπλασιαστικά. Σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, η θωράκιση της ανταγωνιστικότητας, η προστασία των πιο ευάλωτων και η διατήρηση της δηµοσιονοµικής σοβαρότητας δεν είναι απλώς επιλογές, αλλά επιτακτικοί όροι επιβίωσης για το µέλλον της χώρας.

*Καθηγητής Οικονοµικών στο Πανεπιστήµιο Πελοποννήσου