Plan B για νέα ρήτρα διαφυγής στις ενεργειακές δαπάνες επεξεργάζονται αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες, σε περίπτωση που η κρίση στη Μέση Ανατολή αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και απαιτηθούν εκτεταμένα μέτρα στήριξης της πραγματικής οικονομίας από την πληθωριστική «φωτιά». Η πρόταση που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο «συρτάρι» προβλέπει την ενεργοποίηση ειδικής ρήτρας ευελιξίας για το ενεργειακό κόστος κατά τα πρότυπα της ρύθμισης που εφαρμόστηκε στις αμυντικές δαπάνες, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να προχωρούν σε πρόσθετες παρεμβάσεις χωρίς να επιβαρύνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και τα ελλείμματα. Προς το παρόν, η συγκυρία παραμένει εύθραυστη.

Στις τιμές του πετρελαίου Brent και του φυσικού αερίου η μεταβλητότητα παραμένει υψηλή και, σύμφωνα με αναλυτές, μια αιφνίδια κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη άνοδο του ενεργειακού κόστους, με άμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό, τη βιομηχανική παραγωγή και την κατανάλωση. Η νέα ενεργειακή ρήτρα θα βρεθεί στην ατζέντα του Eurogroup μόνο εφόσον επιδεινωθούν οι συνθήκες και αναζωπυρωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να υψώσουν νέα «αναχώματα» απέναντι σε ένα πιθανό ενεργειακό σοκ.

Κυριάκος Πιερρακάκης: "Η ευρωπαϊκή οικονομία μπορεί να απορροφήσει ένα βραχυπρόθεσμο σοκ"

Αν οι τιμές σταθεροποιηθούν σε υψηλά επίπεδα και οι κυβερνήσεις αναγκαστούν να επαναφέρουν επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις για τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης, η ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες θα επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο. Άλλωστε, για το ενδεχόμενο παρατεταμένης αστάθειας προειδοποίησε από τις Βρυξέλλες, μετά το πέρας των εργασιών του Συμβουλίου, ο πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.

Oπως ανέφερε, η ευρωπαϊκή οικονομία μπορεί να απορροφήσει ένα βραχυπρόθεσμο σοκ, ωστόσο απαιτείται προετοιμασία για πιθανές διαταραχές στη ναυτιλία, αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος και νέες πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη συντονισμένων ευρωπαϊκών παρεμβάσεων και επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, ώστε η Ευρώπη να μειώσει τη στρατηγική της εξάρτηση.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η χώρα βρίσκεται σε ισχυρή δημοσιονομική θέση, κάτι που αναγνωρίζεται από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ενώ τα μακροοικονομικά μεγέθη του Προϋπολογισμού δεν έχουν επηρεαστεί μέχρι στιγμής από τις δύο εβδομάδες πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αλλωστε, για το 2025 προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 3,7% του ΑΕΠ, που αντιστοιχεί σε πάνω από 9,15 δισ. ευρώ, το οποίο θα ανακοινωθεί τον Απρίλιο από τη Eurostat, ενώ για το 2026 εκτιμάται στο 2,8% του ΑΕΠ ή 7,2 δισ. ευρώ. Να σημειωθεί ότι το 2024 έκλεισε με πλεόνασμα-ρεκόρ, που ξεπέρασε τις αρχικές εκτιμήσεις και ανήλθε στο 4,7% του ΑΕΠ.

Την ίδια στιγμή, πτωτική παραμένει και η πορεία του δημόσιου χρέους. Από 154,2% του ΑΕΠ το 2024, εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 145,9% το 2025 και στο 138,2% το 2026, συνεχίζοντας τη σταθερή αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών. Η μείωση αυτή ενισχύει την εικόνα σταθερότητας και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος -υπό προϋποθέσεις- θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για στοχευμένες παρεμβάσεις, εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν. Παρά τα ασφυκτικά περιθώρια από τους «ατσάλινους» κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, η Ελλάδα, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε στοχευμένες παρεμβάσεις με επιδοτήσεις καυσίμων μέσω fuel pass ή ενισχύσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον η άνοδος του φυσικού αερίου συμπαρασύρει τις τιμές χονδρικής στο ρεύμα.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, περιθώριο για ευρύτερο πακέτο μέτρων ή για συνδυασμό παρεμβάσεων, καθώς έχουν καλυφθεί τα όρια με τις ανώτατες «οροφές» στις πρωτογενείς δαπάνες. Με βάση τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες, οποιαδήποτε υπέρβαση µεταφέρεται και συµψηφίζεται την επόµενη χρονιά.

Υπάρχουν 800-900 εκατ. ευρώ στον "κουµπαρά", τα οποία η κυβέρνηση διαφυλάττει ως "κόρην οφθαλµού" για παροχές και ελαφρύνσεις

Αυτή τη στιγµή, υπάρχουν 800-900 εκατ. ευρώ στον «κουµπαρά», τα οποία η κυβέρνηση διαφυλάττει ως «κόρην οφθαλµού» για τις παροχές και τις φορολογικές ελαφρύνσεις που προγραµµατίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2027 -έτος εκλογών- και αναµένεται να παρουσιαστούν από τον πρωθυπουργό στο βήµα της ∆ΕΘ. Εάν, όµως, απαιτηθούν µέτρα στήριξης της πραγµατικής οικονοµίας, τα κονδύλια θα αντληθούν από αυτό το «µαξιλάρι», περιορίζοντας αντίστοιχα το εύρος των εξαγγελιών για το επόµενο έτος. Με άλλα λόγια, τυχόν έκτακτες παρεµβάσεις για την ενεργειακή κρίση θα «κουρέψουν» το πακέτο της ∆ΕΘ.

Μια άλλη επιλογή είναι να επιχειρηθεί νέα διαπραγµάτευση µε τους ευρωπαϊκούς θεσµούς, µε βασικό επιχείρηµα τα πρόσθετα έσοδα από την καταπολέµηση της φοροδιαφυγής από τη χρήση των νέων ψηφιακών εργαλείων (ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής, ψηφιακό πελατολόγιο, ψηφιακή κάρτα εργασίας κ.ά.), τα οποία, εφόσον εγκριθούν ως µόνιµα από τις Βρυξέλλες, µπορούν να αξιοποιηθούν για νέες παρεµβάσεις. Βέβαια, οι σχετικές δαπάνες θα υπολογιστούν κανονικά στο έλλειµµα. Σε κάθε περίπτωση, η πλέον καθαρή λύση θα ήταν µια ευρύτερη ευρωπαϊκή παρέµβαση. Το ίδιο το θεσµικό πλαίσιο του Συµφώνου Σταθερότητας -και ειδικότερα το άρθρο 26 του σχετικού Κανονισµού- προβλέπει, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα απόκλισης από την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών σε εξαιρετικές περιστάσεις.

Το Συµβούλιο µπορεί, κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής, να δώσει το «πράσινο φως» για προσωρινή ευελιξία, υπό τον όρο ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η µεσοπρόθεσµη βιωσιµότητα των δηµόσιων οικονοµικών. Το κρίσιµο ερώτηµα είναι εάν η Ευρώπη θα επιλέξει µια προληπτική στρατηγική ή θα αναµένει την επιδείνωση των δεικτών πριν ενεργοποιήσει νέα εργαλεία. Οι υποστηρικτές της ευελιξίας επισηµαίνουν ότι η εµπειρία της πανδηµίας και της ενεργειακής κρίσης του 2022 έδειξε πως η έγκαιρη παρέµβαση µειώνει το συνολικό κόστος. Στον αντίποδα, οι πιο δηµοσιονοµικά ορθόδοξες χώρες εκφράζουν φόβους ότι η συχνή προσφυγή σε ρήτρες διαφυγής θα υπονοµεύσει την αξιοπιστία του νέου Συµφώνου.


Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά