Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές κινούνται σε καθεστώς έντονης νευρικότητας, με τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσέρ υπό το βάρος κάθε νέας γεωπολιτικής εξέλιξης. Μια δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ή ένα νέο πλήγμα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές αρκούν για να αλλάξει μέσα σε λίγες ώρες το κλίμα στις αγορές.

Διαβάστε: Αμερικανός ΥΠΟΙΚ: Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιτρέπει τη διέλευση ιρανικών τάνκερ από τα Στενά του Ορμούζ

Στις αρχές της εβδομάδας, οι διαβεβαιώσεις από την Ουάσινγκτον ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να οδεύει προς αποκλιμάκωση, σε συνδυασμό με τα σενάρια για ενισχυμένο έλεγχο της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, οδήγησαν σε υποχώρηση των τιμών του αργού κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι. Η ανάσα, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή. Τα νέα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Μπαχρέιν, αλλά και η επίθεση σε έξι πλοία στα Στενά επανέφεραν τη σκιά στις αγορές.

Μέσα σε λιγότερο από μία ημέρα, η τιμή του διεθνούς δείκτη Brent εκτινάχθηκε έως τα 119 δολάρια το βαρέλι, πριν υποχωρήσει βίαια στα 84 δολάρια. Για όσους βρίσκονταν στις αίθουσες συναλλαγών, η κατάσταση έμοιαζε με αγώνα ταχύτητας χωρίς φρένα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ένα κέρδος μπορούσε να εξαφανιστεί και να μετατραπεί σε βαριά ζημιά. Το πρωί της Πέμπτης 12 Μαρτίου, οι τιμές του πετρελαίου είχαν πάρει και πάλι την ανιούσα, ξεπερνώντας εκ νέου τα 100 δολάρια το βαρέλι. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΔΟΕ), η σύγκρουση προκαλεί πρωτοφανή αναταραχή στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, επηρεάζοντας περίπου το 7,5% της παγκόσμιας προσφοράς και ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο των εξαγωγών. «Η διαταραχή στην αγορά ενέργειας δεν αποκαθίσταται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ακόμα κι αν οι συγκρούσεις σταματήσουν άμεσα, η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει. Και αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται στις τιμές», σχολιάζουν αναλυτές στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΆ». Το εάν θα χρειαστεί πράγματι να γίνουν πιο δραστικές κινήσεις στα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου θα κριθεί από τη διάρκεια και το βάθος της γεωπολιτικής κρίσης τις επόμενες εβδομάδες.


Σε επιφυλακή οι G7 με φόντο τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή

Σε επιφυλακή πάντως βρίσκονται και οι G7, αφού οι χώρες δήλωσαν έτοιμες να παρέμβουν στις αγορές, εφόσον κριθεί αναγκαίο. Στο τραπέζι έχει πέσει το σενάριο διοχέτευσης έως και 300-400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα των κρατών-μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 25%-30% των συνολικών δηµόσιων αποθεµάτων, τα οποία ξεπερνούν το 1,2 δισ. βαρέλια. Αναφορικά µε τις τιµές φυσικού αερίου στην Ευρώπη, κινήθηκαν πάνω από τα 50 ευρώ ανά µεγαβατώρα, καταγράφοντας άνοδο άνω του 30%. Σύµφωνα µε το Bloomberg, κάθε άνοδος στην τιµή του φυσικού αερίου µεταφράζεται σε σηµαντική οικονοµική επιβάρυνση για την Ευρώπη, µε το πρόσθετο ενεργειακό κόστος να υπολογίζεται σε τουλάχιστον 1,3 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα, η «γηραιά ήπειρος» βρίσκεται µε το χέρι στη σκανδάλη.

Πολλές ευρωπαϊκές βιοµηχανίες εξακολουθούν να κινούνται σε οριακές συνθήκες ανταγωνιστικότητας, προσπαθώντας να αντέξουν την πίεση των αυξηµένων τιµών ενέργειας σε σχέση µε άλλες µεγάλες οικονοµίες. Οι κυβερνήσεις των «27» είχαν ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταθέσει προτάσεις για µέτρα, τόσο άµεσης εφαρµογής όσο και µακροπρόθεσµου χαρακτήρα, ήδη πριν από την κλιµάκωση της κρίσης στον Κόλπο. Το ενδεχόµενο νέων παρεµβάσεων στην αγορά ενέργειας αναµένεται να τεθεί στο τραπέζι της Συνόδου Κορυφής των «27» στις 19 Μαρτίου.

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά