Ρεύμα: Σχέδιο για έκτακτη επιδότηση στους λογαριασμούς λόγω αυξήσεων - Τα τρία σενάρια
Φόβοι για παρατεταμένη ενεργειακή στενότητα
Σενάρια για έκτακτες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια να θωρακίσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στο κύμα ανατιμήσεων που σαρώνει την αγορά ενέργειας
Σενάρια για έκτακτες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, με πόρους από το Ταμείο Ρύπων, επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια να θωρακίσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στο κύμα ανατιμήσεων που σαρώνει την αγορά ενέργειας. Σύμφωνα με πληροφορίες, το μέτρο θα «τρέξει» από τον Μάιο, ενώ οι οριστικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν αμέσως μετά το Πάσχα, αφού αξιολογηθεί η πορεία της κρίσης στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, που προκαλεί ισχυρές αναταράξεις στην πραγματική οικονομία.
Διαβάστε: Παπασταύρου: Μέτρα στήριξης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αν χρειαστεί - Παρακολουθείται στενά η κατάσταση στην αγορά ενέργειας (Βίντεο)
Το σχέδιο που βρίσκεται στα σκαριά προβλέπει στοχευμένες παρεμβάσεις στους λογαριασμούς ρεύματος για ορισμένο χρονικό διάστημα, με συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια και προϋποθέσεις, με στόχο την απορρόφηση μέρους των αυξήσεων που ήδη καταγράφονται στις χονδρεμπορικές τιμές. Πηγές του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικά εργαλεία για παρεμβάσεις, ωστόσο υπογραμμίζουν την ανάγκη να κινηθούν με φειδώ και να μην το παρακάνουν με τις εφεδρείες, σε βαθμό που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον Προϋπολογισμό και τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Όπως τονίζουν, άλλωστε, η χώρα οφείλει να παραμείνει σημείο αναφοράς ως προς την τήρηση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, έως και το 40% των εγκαταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου έχει πληγεί, με αποτέλεσμα η ημερήσια παραγωγή να έχει μειωθεί. Πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι, ακόμα και αν οι εχθροπραξίες σταματήσουν άμεσα, η αποκατάσταση των μονάδων διύλισης και παραγωγής δεν θα είναι υπόθεση λίγων εβδομάδων. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί τουλάχιστον ένας χρόνος για την επαναφορά σε κανονικά επίπεδα λειτουργίας, γεγονός που παρατείνει την αβεβαιότητα και εντείνει τους φόβους για παρατεταμένη ενεργειακή στενότητα.
Το βασικό σενάριο προβλέπει σημαντικές επιβαρύνσεις για τα δημόσια οικονομικά, κυρίως λόγω της ανάγκης για πρόσθετες «γραμμές άμυνας», προκειμένου να περιοριστούν οι επιβαρύνσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στα δυσμενέστερα σενάρια, ωστόσο, η εικόνα επιδεινώνεται αισθητά, καθώς η αύξηση των τιμών ενέργειας μετατρέπεται σε γενικευμένο πληθωριστικό σοκ, περιορίζοντας την κατανάλωση και επιβραδύνοντας τον ρυθμό ανάπτυξης. Ηδη η Τράπεζα της Ελλάδος και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχουν αναθεωρήσει επί τα χείρω τις εκτιμήσεις τους για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026, τοποθετώντας τον πήχη κάτω από το 2%, από 2,4% που αποτελούσε την αρχική πρόβλεψη της κυβέρνησης, όπως αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού.
Σε κάθε περίπτωση, οι συνέπειες μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης εκτιμάται ότι θα είναι οριζόντιες και βαθιές. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου, που κινείται πλέον σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι, μετακυλίεται άμεσα στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς και στις τελικές τιμές των προϊόντων. Η βιομηχανία, το εμπόριο και η αγροτική παραγωγή είναι οι πρώτοι τομείς που πλήττονται. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους συμπαρασύρει τις τιμές των λιπασμάτων (σ.σ.: για τον λόγο αυτόν, το οικονομικό επιτελείο προχώρησε σε αναδρομική εφαρμογή από τις 15 Μαρτίου 2026 της επιδότησης κατά 15% της αξίας των τιμολογίων για την αγορά λιπασμάτων), αλλά και το κόστος μεταφορών και εφοδιαστικής αλυσίδας, δημιουργώντας ένα ντόμινο ανατιμήσεων. Ηδη διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν για κατακόρυφη άνοδο των τιμών των τροφίμων και περαιτέρω ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το κόστος μετακίνησης. Οι αεροπορικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένες τιμές καυσίμων, γεγονός που οδηγεί σε ακριβότερα εισιτήρια, ιδίως ενόψει της τουριστικής περιόδου.
Για την Ελλάδα, όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να επηρεάσει τη ζήτηση και τα συνολικά έσοδα. Αντίστοιχα, αυξήσεις καταγράφονται και στις θαλάσσιες μεταφορές, με το κόστος καυσίμων να επιβαρύνει τη μεταφορά τόσο αγαθών όσο και επιβατών. Το ίδιο ισχύει και για τις οδικές μεταφορές, ενισχύοντας περαιτέρω το κύμα ανατιμήσεων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Το σκηνικό αυτό επαναφέρει μνήμες από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ’70, όταν οι περιορισμοί στην παραγωγή οδήγησαν σε εκτίναξη των τιμών και βαθιά ύφεση σε πολλές οικονομίες.
Σήμερα, οι συνθήκες εμφανίζουν ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες, με τη διαφορά ότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι ακόμα πιο ευάλωτη σε τέτοιου είδους σοκ.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Παπασταύρου: Μέτρα στήριξης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αν χρειαστεί - Παρακολουθείται στενά η κατάσταση στην αγορά ενέργειας (Βίντεο)
Το σχέδιο που βρίσκεται στα σκαριά προβλέπει στοχευμένες παρεμβάσεις στους λογαριασμούς ρεύματος για ορισμένο χρονικό διάστημα, με συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια και προϋποθέσεις, με στόχο την απορρόφηση μέρους των αυξήσεων που ήδη καταγράφονται στις χονδρεμπορικές τιμές. Πηγές του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικά εργαλεία για παρεμβάσεις, ωστόσο υπογραμμίζουν την ανάγκη να κινηθούν με φειδώ και να μην το παρακάνουν με τις εφεδρείες, σε βαθμό που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον Προϋπολογισμό και τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Όπως τονίζουν, άλλωστε, η χώρα οφείλει να παραμείνει σημείο αναφοράς ως προς την τήρηση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας.
Ρεύμα: Έντονος προβληματισμός για την πορεία της διεθνούς αγοράς ενέργειας
Ωστόσο, την ίδια ώρα που σχεδιάζονται νέα μέτρα στήριξης, επικρατεί έντονος προβληματισμός για την πορεία της διεθνούς αγοράς ενέργειας, καθώς η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή και η αβεβαιότητα για τη διάρκεια των συγκρούσεων είναι μεγάλη, με τα μηνύματα από την πλευρά του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, να παραμένουν αμφίσημα. Στο μεταξύ, οι εκτεταμένες ζημιές σε κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές έχουν προκαλέσει βαθιά διαταραχή στην προσφορά, με τη διεθνή παραγωγή να καταγράφει απότομη πτώση, ενώ οι εκτιμήσεις των αναλυτών για την επάρκεια πετρελαίου παγκοσμίως λαμβάνουν πλέον δραματικές διαστάσεις.Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, έως και το 40% των εγκαταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου έχει πληγεί, με αποτέλεσμα η ημερήσια παραγωγή να έχει μειωθεί. Πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι, ακόμα και αν οι εχθροπραξίες σταματήσουν άμεσα, η αποκατάσταση των μονάδων διύλισης και παραγωγής δεν θα είναι υπόθεση λίγων εβδομάδων. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί τουλάχιστον ένας χρόνος για την επαναφορά σε κανονικά επίπεδα λειτουργίας, γεγονός που παρατείνει την αβεβαιότητα και εντείνει τους φόβους για παρατεταμένη ενεργειακή στενότητα.
Τρία σενάρια
Στο οικονομικό επιτελείο έχει ανέβει το επίπεδο συναγερμού και, σύμφωνα με πληροφορίες, πίσω από τις κλειστές πόρτες επεξεργάζονται ήδη ακραίες εκδοχές διαχείρισης κρίσης, υπό τον φόβο μιας μεγάλης διαταραχής στην τροφοδοσία καυσίμων, που θα μπορούσε να συμπαρασύρει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έχουν ξεκινήσει ασκήσεις προσομοίωσης με τρία διαφορετικά σενάρια -το «κακό», το «χειρότερο» και το «χείριστο»- τα οποία αποτυπώνουν διαβαθμισμένα επίπεδα έντασης της κρίσης και επιχειρούν να χαρτογραφήσουν όχι μόνο τις δημοσιονομικές επιπτώσεις, αλλά και τη συνολική επίδραση στην παραγωγή της χώρας, την αναπτυξιακή δυναμική και την πορεία του πληθωρισμού, σε ένα περιβάλλον παρατεταμένων πιέσεων στην ενεργειακή αγορά.Το βασικό σενάριο προβλέπει σημαντικές επιβαρύνσεις για τα δημόσια οικονομικά, κυρίως λόγω της ανάγκης για πρόσθετες «γραμμές άμυνας», προκειμένου να περιοριστούν οι επιβαρύνσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στα δυσμενέστερα σενάρια, ωστόσο, η εικόνα επιδεινώνεται αισθητά, καθώς η αύξηση των τιμών ενέργειας μετατρέπεται σε γενικευμένο πληθωριστικό σοκ, περιορίζοντας την κατανάλωση και επιβραδύνοντας τον ρυθμό ανάπτυξης. Ηδη η Τράπεζα της Ελλάδος και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχουν αναθεωρήσει επί τα χείρω τις εκτιμήσεις τους για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026, τοποθετώντας τον πήχη κάτω από το 2%, από 2,4% που αποτελούσε την αρχική πρόβλεψη της κυβέρνησης, όπως αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού.
Σε κάθε περίπτωση, οι συνέπειες μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης εκτιμάται ότι θα είναι οριζόντιες και βαθιές. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου, που κινείται πλέον σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι, μετακυλίεται άμεσα στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς και στις τελικές τιμές των προϊόντων. Η βιομηχανία, το εμπόριο και η αγροτική παραγωγή είναι οι πρώτοι τομείς που πλήττονται. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους συμπαρασύρει τις τιμές των λιπασμάτων (σ.σ.: για τον λόγο αυτόν, το οικονομικό επιτελείο προχώρησε σε αναδρομική εφαρμογή από τις 15 Μαρτίου 2026 της επιδότησης κατά 15% της αξίας των τιμολογίων για την αγορά λιπασμάτων), αλλά και το κόστος μεταφορών και εφοδιαστικής αλυσίδας, δημιουργώντας ένα ντόμινο ανατιμήσεων. Ηδη διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν για κατακόρυφη άνοδο των τιμών των τροφίμων και περαιτέρω ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το κόστος μετακίνησης. Οι αεροπορικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένες τιμές καυσίμων, γεγονός που οδηγεί σε ακριβότερα εισιτήρια, ιδίως ενόψει της τουριστικής περιόδου.
Για την Ελλάδα, όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να επηρεάσει τη ζήτηση και τα συνολικά έσοδα. Αντίστοιχα, αυξήσεις καταγράφονται και στις θαλάσσιες μεταφορές, με το κόστος καυσίμων να επιβαρύνει τη μεταφορά τόσο αγαθών όσο και επιβατών. Το ίδιο ισχύει και για τις οδικές μεταφορές, ενισχύοντας περαιτέρω το κύμα ανατιμήσεων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Το σκηνικό αυτό επαναφέρει μνήμες από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ’70, όταν οι περιορισμοί στην παραγωγή οδήγησαν σε εκτίναξη των τιμών και βαθιά ύφεση σε πολλές οικονομίες.
Σήμερα, οι συνθήκες εμφανίζουν ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες, με τη διαφορά ότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι ακόμα πιο ευάλωτη σε τέτοιου είδους σοκ.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En