Με σενάρια για την ελληνική οικονομία για χαμηλότερη ανάπτυξη, υψηλότερο πληθωρισμό και περιορισμένες επιδόσεις στις επενδύσεις συντάσσεται το νέο Μεσοπρόθεσμο Διαρθρωτικό Σχέδιο που θα σταλεί τέλος Απριλίου στην Κομισιόν. Με τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή να είναι πλέον ορατές σε όλες τις οικονομίες του πλανήτη στο οικονομικό επιτελείο «ξαναγράφουν» τον προϋπολογισμό του 2026, αναγνωρίζοντας ότι οι εξωτερικοί κλυδωνισμοί επηρεάζουν πλέον άμεσα τις προοπτικές.

Στο πλαίσιο αυτό οι προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας αναθεωρούνται επί το δυσμενέστερο με τον πήχη να τοποθετείται στο 2%, ενδεχομένως και χαμηλότερα στο 1,9%. Η πρόβλεψη αυτή υπολείπεται της αρχικής εκτίμησης του προϋπολογισμού, που έκανε λόγο για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4% τη φετινή χρονιά. Η αναθεώρηση αυτή δεν είναι μεμονωμένη καθώς ήδη η Τράπεζα της Ελλάδος κατέβασε την εκτίμηση της για το 2026 στο 1,9%, από 2,1%, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο 1,8%, από 2% και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στο 2%, από 2,1%.

Ελληνική Οικονομία: Προβλέψεις για άνοδο του πληθωρισμού

Αντίθετη τροχιά με την ανάπτυξη θα έχει ο πληθωρισμός, ο οποίος αναμένεται να κινηθεί ανοδικά, ξεπερνώντας το 3%, έναντι αρχικής πρόβλεψης για αποκλιμάκωση στο 2,2% από 2,6% το 2025. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με το αυξημένο ενεργειακό κόστος, αλλά και με το ευρύτερο κύμα ακρίβειας που σαρώνει τις τιμές των προϊόντων. Η αύξηση των τιμών δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τα νοικοκυριά, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και επηρεάζοντας την καταναλωτική δαπάνη.

Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις εμφανίζουν σημάδια επιβράδυνσης, καθώς το ασταθές διεθνές περιβάλλον λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάληψη νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Η αβεβαιότητα που προκύπτει από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας οδηγεί σε πιο προσεκτικές κινήσεις από πλευράς επιχειρήσεων και επενδυτών. Έτσι, η αρχική εκτίμηση για «άλμα» των επενδύσεων κατά 10,2% φέτος, έναντι αύξησης 5,7% το 2025, χαρακτηρίζεται υπεραισιόδοξη.

"Καμπανάκι" Στουρνάρα για απώλεια πόρων

Στο μεταξύ, εντείνεται ο κίνδυνος απώλειας πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης, όπως επισημαίνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. «Η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων προϋποθέτει την έγκαιρη εκπλήρωση μεγάλου αριθμού οροσήμων και στόχων μέσα στο 2026, γεγονός που καθιστά το σχετικό χρονοδιάγραμμα ιδιαίτερα φιλόδοξο. Τυχόν καθυστερήσεις στην είσπραξη των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων για την ολοκλήρωση συμβασιοποιημένων έργων θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ένταξή τους στο εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και στη χρηματοδότησή τους από εθνικούς πόρους, επιβαρύνοντας τα δημοσιονομικά μεγέθη», τονίζεται στην έκθεση.

Η Ελλάδα έχει ακόμη να λάβει 11,3 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, εκ των οποίων 5,3 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις και 6 δισ. ευρώ δάνεια. Για τη διεκδίκησή τους, θα πρέπει έως τον Σεπτέμβριο όταν θα υποβληθεί και το τελευταίο αίτημα να έχουν υλοποιηθεί 164 μεταρρυθμίσεις και έργα, με το διακύβευμα να παραμένει ιδιαίτερα υψηλό.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος μετά την εκταμίευση της 6ης δόσης των επιχορηγήσεων από την Κομισιόν, τον Νοέμβριο του 2025, η Ελλάδα έχει λάβει συνολικά 23,4 δισ. ευρώ (65% των διαθέσιμων πόρων έναντι 59% κατά μέσο όρο στην ΕΕ), εκ των οποίων:

-12 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις (66% του συνόλου των επιχορηγήσεων) και

-11,4 δισ. ευρώ σε δάνεια (64% του συνόλου των δανείων), έχοντας ολοκληρώσει το 46% των συμφωνημένων στόχων/οροσήμων (έναντι 45% κατά μέσο όρο στην ΕΕ).

Τον Δεκέμβριο του 2025 η Ελλάδα κατέθεσε διπλό αίτημα πληρωμής από το Ταμείο ποσού ύψους 1,17 δισ. ευρώ, που αφορά το 7ο αίτημα επιχορηγήσεων (883,9 εκατ. ευρώ) και το 6ο αίτημα δανείων (293,8 εκατ. ευρώ), το οποίο εγκρίθηκε τον Μάρτιο του 2026 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση 26 οροσήμων και στόχων. Μετά την είσπραξη του σχετικού ποσού η Ελλάδα θα έχει απορροφήσει το 68,3% των διαθέσιμων πόρων, έχοντας ολοκληρώσει το 53% των συμφωνημένων στόχων/οροσήμων.