ΟΟΣΑ: Στο 1,9% η ανάπτυξη το 2026 - "Φρένο" από ενέργεια και πληθωρισμό, στήριγμα οι επενδύσεις και ο τουρισμός
Πιο συγκρατημένες προβλέψεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας
Ανάπτυξη 1,9% το 2026 "βλέπει" ο ΟΟΣΑ για την Ελλάδα, προειδοποιώντας για τις πιέσεις από ενέργεια και πληθωρισμό - Ποιοι παράγοντες στηρίζουν την οικονομία και ποιες οι βασικές απειλές
Πιο συγκρατημένες προβλέψεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διατυπώνει ο ΟΟΣΑ, τοποθετώντας τον ρυθμό μεγέθυνσης στο 1,9% για το 2026 και στο 2% για το 2027, ενώ την ίδια στιγμή εκτιμά ότι ο πληθωρισμός φέτος θα κινηθεί υψηλότερα, στο 4,2%, εξαιτίας της ανόδου στις τιμές της ενέργειας. Ο διεθνής οργανισμός εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται χάρη στις επενδύσεις, την κατανάλωση και την ενίσχυση του τουρισμού, ωστόσο προειδοποιεί ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικούς κινδύνους.
Διαβάστε: ΟΟΣΑ: Πρωταθλήτρια η Ελλάδα στην αύξηση του εισοδήματος νοικοκυριών - Πάνω από 3%, στο 0,7% ο μέσος όρος των κρατών-μελών (Γραφήματα)
Σύμφωνα με την έκθεση, οι εκταμιεύσεις πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα στηρίξουν τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα το 2026, ενώ η αύξηση της απασχόλησης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και τα μέτρα στήριξης για την ενέργεια θα ενισχύσουν την κατανάλωση, παρά τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις. Οι εξαγωγές αναμένεται να ανακάμψουν σταδιακά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς θα βελτιώνεται η διεθνής ζήτηση.
Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 4,2% το 2026 λόγω των υψηλότερων διεθνών τιμών ενέργειας, πριν αποκλιμακωθεί στο 2,6% το 2027. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη παραμένουν συνολικά ισορροπημένοι, υπό την προϋπόθεση ότι η παραγωγή ενέργειας και οι εξαγωγές στη Μέση Ανατολή θα επανέλθουν σταδιακά από το δεύτερο εξάμηνο του 2026 και μετά.
Η πορεία του τουρισμού εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα στήριξης της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι διεθνείς αφίξεις και οι κρατήσεις παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Ο Οργανισμός εκτιμά ότι μια καλύτερη του αναμενομένου τουριστική περίοδος θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αντίθετα, καθυστερήσεις στην απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων ή παρατεταμένες διαταραχές στις αγορές ενέργειας ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τις οικονομικές προοπτικές.
Οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή αρχίζουν ήδη να γίνονται αισθητές στην ελληνική οικονομία. Οι χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά 16% το διάστημα Φεβρουαρίου – Απριλίου 2026, ενώ το μερικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επηρεάζει τόσο τις εισαγωγές ενέργειας όσο και τις εξαγωγές υπηρεσιών. Παρότι η ελληνική ναυτιλία διατηρεί ισχυρή παρουσία στις διεθνείς μεταφορές, η υψηλή εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα καύσιμα καθιστά την οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι καθαρές εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιστοιχούν στο 93% της συνολικής ενεργειακής προσφοράς της χώρας.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η έκθεση προβλέπει διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία αναμένεται να διαμορφωθούν στο 2,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 2,7% το 2027, μετά το ιστορικά υψηλό 4,4% που καταγράφηκε το 2025. Ως αποτέλεσμα, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, φθάνοντας στο 129,8% του ΑΕΠ το 2027 από 146,1% το 2025, σύμφωνα με τον ορισμό του Μάαστριχτ.
Τα νέα δημοσιονομικά μέτρα αντιστοιχούν στο 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και στο 1% το 2027 και περιλαμβάνουν κυρίως αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος για μισθωτούς, συνταξιούχους, αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες και οικογένειες, καθώς και αυξημένες δαπάνες για άμυνα και ασφάλεια. Παράλληλα, οι εκταμιεύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης προβλέπεται να αυξηθούν σημαντικά μέσα στο 2026, πριν αρχίσουν σταδιακά να σβήνουν τα επόμενα χρόνια.
Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι η συνετή δημοσιονομική πολιτική και η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους θα πρέπει να παραμείνουν βασικές προτεραιότητες για την Ελλάδα, καθώς οι πιέσεις από τη γήρανση του πληθυσμού και οι αυξημένες επενδυτικές ανάγκες θα συνεχίσουν να είναι έντονες τα επόμενα χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Οργανισμός εισηγείται τον περιορισμό των φοροαπαλλαγών και τη συνέχιση των μέτρων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ώστε να δημιουργηθεί επιπλέον δημοσιονομικός χώρος για ενίσχυση των δαπανών σε υγεία και εκπαίδευση. Παράλληλα, προτείνει τη σταδιακή απόσυρση των προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια καθώς αποκλιμακώνονται οι πληθωριστικές πιέσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωστόσο η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα στις μεταφορές και τη στέγαση. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η περαιτέρω απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών για επενδύσεις σε ΑΠΕ, καθώς και η παροχή στοχευμένων κινήτρων για ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων και αγορά ηλεκτρικών οχημάτων.
Ο Οργανισμός τονίζει επίσης την ανάγκη συνέχισης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, με στόχο την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη βελτίωση της παραγωγικότητας και τη μείωση των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Μεταξύ άλλων, προτείνεται η περαιτέρω απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, η άρση περιορισμών στις επαγγελματικές υπηρεσίες και η ενίσχυση των πολιτικών κατάρτισης και συμβουλευτικής για τους εργαζόμενους.
Διαβάστε: ΟΟΣΑ: Πρωταθλήτρια η Ελλάδα στην αύξηση του εισοδήματος νοικοκυριών - Πάνω από 3%, στο 0,7% ο μέσος όρος των κρατών-μελών (Γραφήματα)
ΟΟΣΑ: Πώς οι επενδύσεις και το Ταμείο Ανάκαμψης θα στηρίξουν την ανάπτυξη
Σύμφωνα με την έκθεση, οι εκταμιεύσεις πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα στηρίξουν τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα το 2026, ενώ η αύξηση της απασχόλησης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και τα μέτρα στήριξης για την ενέργεια θα ενισχύσουν την κατανάλωση, παρά τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις. Οι εξαγωγές αναμένεται να ανακάμψουν σταδιακά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς θα βελτιώνεται η διεθνής ζήτηση.
Πληθωρισμός 4,2% το 2026 λόγω της ανόδου στις τιμές της ενέργειας
Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 4,2% το 2026 λόγω των υψηλότερων διεθνών τιμών ενέργειας, πριν αποκλιμακωθεί στο 2,6% το 2027. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη παραμένουν συνολικά ισορροπημένοι, υπό την προϋπόθεση ότι η παραγωγή ενέργειας και οι εξαγωγές στη Μέση Ανατολή θα επανέλθουν σταδιακά από το δεύτερο εξάμηνο του 2026 και μετά.
Τουρισμός: Το μεγάλο «στοίχημα» για υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης
Η πορεία του τουρισμού εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα στήριξης της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι διεθνείς αφίξεις και οι κρατήσεις παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Ο Οργανισμός εκτιμά ότι μια καλύτερη του αναμενομένου τουριστική περίοδος θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αντίθετα, καθυστερήσεις στην απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων ή παρατεταμένες διαταραχές στις αγορές ενέργειας ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τις οικονομικές προοπτικές.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας και οι επιπτώσεις από τα Στενά του Ορμούζ
Οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή αρχίζουν ήδη να γίνονται αισθητές στην ελληνική οικονομία. Οι χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά 16% το διάστημα Φεβρουαρίου – Απριλίου 2026, ενώ το μερικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επηρεάζει τόσο τις εισαγωγές ενέργειας όσο και τις εξαγωγές υπηρεσιών. Παρότι η ελληνική ναυτιλία διατηρεί ισχυρή παρουσία στις διεθνείς μεταφορές, η υψηλή εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα καύσιμα καθιστά την οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι καθαρές εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιστοιχούν στο 93% της συνολικής ενεργειακής προσφοράς της χώρας.
Πρωτογενή πλεονάσματα και νέα μείωση του δημόσιου χρέους
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η έκθεση προβλέπει διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία αναμένεται να διαμορφωθούν στο 2,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 2,7% το 2027, μετά το ιστορικά υψηλό 4,4% που καταγράφηκε το 2025. Ως αποτέλεσμα, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, φθάνοντας στο 129,8% του ΑΕΠ το 2027 από 146,1% το 2025, σύμφωνα με τον ορισμό του Μάαστριχτ.Τα νέα δημοσιονομικά μέτρα αντιστοιχούν στο 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και στο 1% το 2027 και περιλαμβάνουν κυρίως αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος για μισθωτούς, συνταξιούχους, αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες και οικογένειες, καθώς και αυξημένες δαπάνες για άμυνα και ασφάλεια. Παράλληλα, οι εκταμιεύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης προβλέπεται να αυξηθούν σημαντικά μέσα στο 2026, πριν αρχίσουν σταδιακά να σβήνουν τα επόμενα χρόνια.
Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι η συνετή δημοσιονομική πολιτική και η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους θα πρέπει να παραμείνουν βασικές προτεραιότητες για την Ελλάδα, καθώς οι πιέσεις από τη γήρανση του πληθυσμού και οι αυξημένες επενδυτικές ανάγκες θα συνεχίσουν να είναι έντονες τα επόμενα χρόνια.
Οι συστάσεις του ΟΟΣΑ για φοροδιαφυγή και μεταρρυθμίσεις
Στο πλαίσιο αυτό, ο Οργανισμός εισηγείται τον περιορισμό των φοροαπαλλαγών και τη συνέχιση των μέτρων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ώστε να δημιουργηθεί επιπλέον δημοσιονομικός χώρος για ενίσχυση των δαπανών σε υγεία και εκπαίδευση. Παράλληλα, προτείνει τη σταδιακή απόσυρση των προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια καθώς αποκλιμακώνονται οι πληθωριστικές πιέσεις.Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωστόσο η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα στις μεταφορές και τη στέγαση. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η περαιτέρω απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών για επενδύσεις σε ΑΠΕ, καθώς και η παροχή στοχευμένων κινήτρων για ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων και αγορά ηλεκτρικών οχημάτων.
Ο Οργανισμός τονίζει επίσης την ανάγκη συνέχισης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, με στόχο την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη βελτίωση της παραγωγικότητας και τη μείωση των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Μεταξύ άλλων, προτείνεται η περαιτέρω απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, η άρση περιορισμών στις επαγγελματικές υπηρεσίες και η ενίσχυση των πολιτικών κατάρτισης και συμβουλευτικής για τους εργαζόμενους.
En