Παράθυρο χορήγησης δεύτερης σύνταξης µε τις διατάξεις της διαδοχικής/παράλληλης ασφάλισης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις (16 χρόνια κατ’ ελάχιστον), σε χιλιάδες «παλιούς» ασφαλισµένους µέχρι το 1993 στα ταµεία των επιστηµόνων (ΕΤΑΑ) και ταυτόχρονα στον ΟΑΕΕ, δίνει απόφαση του ΣτΕ. Η απόφαση παραπέµφθηκε από ασφαλισµένο στο Ταµείο Νοµικών, ο οποίος κληρονόµησε από τον πατέρα του το 25% ενός υπεραστικού λεωφορείου δηµοσίας χρήσης και ο ΟΑΕΕ τον ενέγραψε αναδροµικά ως αυτοκινητιστή, επιβάλλοντάς του υποχρεωτική παράλληλη ασφάλιση.

Διαβάστε: Δεύτερη σύνταξη: Απόφαση του ΣτΕ ανοίγει τον δρόμο για χιλιάδες ασφαλισμένους πριν από το 1993

Το σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ για τη χορήγηση δεύτερης σύνταξης

Το ∆ιοικητικό Πρωτοδικείο ρώτησε το ΣτΕ αν η σχετική διάταξη (που κατάργησε την παλαιότερη εξαίρεση των δικηγόρων/µηχανικών/ιατρών από τη διπλή ασφάλιση) παραβιάζει την αρχή της ισότητας, επειδή εξοµοιώνει κατηγορίες µε διαφορετικές προσδοκίες δεύτερης σύνταξης. Το ΣτΕ, µε την 223 απόφαση, έκρινε ότι η διάταξη είναι συνταγµατική και όλοι οι ασφαλισµένοι πριν από την 1η/1/1993 αποτελούν ενιαία κατηγορία ως προς την παράλληλη ασφάλιση. Και αυτό, σε αντίθεση µε το 2ο µνηµόνιο που κατάργησε την εξαίρεση από την υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο φορείς των ανεξάρτητα απασχολούµενων ασφαλισµένων µέχρι 31/1/1992, δηλαδή στο ΕΤΑΑ (πρώην Ταµείο Νοµικών, ΤΣΑΥ και ΤΣΜΕ∆Ε), οι οποίοι παράλληλα απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελµατίες, υπαγόµενοι -ως εκ τούτου- στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ (πρώην ΤΑΕ, ΤΕΒΕ, ΤΣΑ, ΤΑΝΠΥ και Ταµείο Προνοίας Ξενοδόχων).

Το δικαστήριο έκρινε ότι ο νοµοθέτης παραβιάζει τη συνταγµατική αρχή της ισότητας, υπό την έννοια ότι µεταχειρίζεται µε όµοιο τρόπο δύο ανόµοιες -τελούσες υπό διαφορετικές συνθήκες κατηγορίες ασφαλισµένων, δηλαδή: 1. Τους µέχρι 31/12/1992 ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ, οι οποίοι απασχολούνται σε µη συναφείς δραστηριότητες υπαγόµενες στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ. 2. Τους λοιπούς µέχρι 31/12/1992 ασφαλισµένους, οι οποίοι απασχολούνται σε παράλληλες δραστηριότητες υπαγόµενες στην κύρια ασφάλιση πλειόνων ασφαλιστικών οργανισµών. Είναι -δε- ανόµοιες οι παραπάνω δύο κατηγορίες ασφαλισµένων, διότι τα µέλη της πρώτης κατηγορίας (δικηγόροι, συµβολαιογράφοι, ιατροί και µηχανικοί), λόγω της φύσης του επαγγέλµατός τους, µόνο ευκαιριακά µπορούν να απασχολούνται σε παράλληλες µη συναφείς δραστηριότητες, µε αποτέλεσµα να µην έχουν προσδοκίες συµπλήρωσης των χρονικών και λοιπών προϋποθέσεων για τη χορήγηση δεύτερης κύριας σύνταξης γήρατος στο µέλλον από την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.

Αντιθέτως, οι υπόλοιποι µέχρι 31/12/1992 ασφαλισµένοι, οι οποίοι έχουν αναπτύξει δύο παράλληλες επαγγελµατικές δραστηριότητες, έχουν προσδοκίες συµπλήρωσης των χρονικών και λοιπών προϋποθέσεων για τη χορήγηση δεύτερης κύριας σύνταξης γήρατος στο µέλλον από την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για τη δεύτερη δραστηριότητά τους. Με την απόφαση του δικαστηρίου κρίθηκε ότι η εξαίρεση από την υποχρεωτική παράλληλη ασφάλιση των µέχρι 31/12/1992 ασφαλισµένων-ανεξάρτητα απασχολουµένων, οι οποίοι ασφαλίζονταν στο Ταµείο Νοµικών, ΤΣΑΥ και ΤΣΜΕ∆Ε (ΕΤΑΑ), και παράλληλα απασχολούνταν ως ελεύθεροι επαγγελµατίες υπαγόµενοι στην ασφάλιση των ΤΑΕ, ΤΕΒΕ, ΤΑΝΠΥ, ΟΑΕΕ, Ταµείου Προνοίας Ξενοδόχων και ΤΣΑ (ΟΑΕΕ), είχε ως σκοπό (όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόµου) να αµβλύνει προβλήµατα που αντιµετώπιζαν σε φορείς κύριας ασφαλίσεως οι κατηγορίες των ανεξάρτητα απασχολουµένων και των ελευθέρων επαγγελµατιών.

Η εξαίρεση αυτή, η οποία κρίθηκε σκόπιµη από τον νοµοθέτη ενόψει των συνθηκών κατά τον χρόνο θεσπίσεώς της, επανεξετάστηκε βάσει των νέων συνθηκών που δηµιουργήθηκαν στις αρχές του έτους 2010 (κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας και κρίση ασφαλιστικού συστήµατος) και αποφασίστηκε η κατάργησή της.

"Δεν συντρέχει λόγος διατήρησης των εξαιρέσεων"

Ο ίδιος -δε- ο νοµοθέτης θεώρησε, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση, ότι δεν συνέτρεχε πλέον δικαιολογητικός λόγος διατηρήσεως των εξαιρέσεων και ότι η κατάργηση αυτών επιβαλλόταν από λόγους ίσης µεταχειρίσεως µεταξύ όλων των ασφαλισµένων. Όπως αναφέρεται: «Μετά την επίλυση του ως άνω νοµικού ζητήµατος, το ∆ικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση, ενόψει δε του ότι το ∆ιοικητικό Πρωτοδικείο µε την απόφασή του απέρριψε όλους τους λόγους που είχε προβάλει ο προσφεύγων και το ζήτηµα της συνταγµατικότητας του ως άνω άρθρου, υπό την έννοια που υποβλήθηκε στο Συµβούλιο της Επικρατείας µε το προδικαστικό ερώτηµα, δεν προβλήθηκε από τον προσφεύγοντα, αλλά εξετάστηκε αυτεπαγγέλτως από το ∆ιοικητικό Πρωτοδικείο και κρίθηκε συνταγµατικό µε την παρούσα απόφαση, η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της».

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή της Κυριακής