"Κόφτης" στις παροχές με πλεονάσματα 3,2% και ανάπτυξη 2%: Ο χάρτης του νέου Μεσοπρόθεσμου έως το 2030 - Παζάρι με τις Βρυξέλλες για μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο
Τα περιθώρια για πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης παραμένουν περιορισμένα
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν τα υπουργεία για την κατάρτιση του νέου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2027-2030 αποτυπώνεται στην εγκύκλιο που απέστειλε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους προς όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης
Στη «στενωπό» του νέου κανόνα του Συμφώνου Σταθερότητας, ο οποίος θέτει αυστηρό πλαφόν στις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες και, κατ’ επέκταση, στις νέες παροχές, θα κινηθεί η κυβέρνηση έως το 2030. Ήδη, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, τα περιθώρια για πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης παραμένουν περιορισμένα, με τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για το 2027 να υπολογίζεται σε περίπου 1 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα, το οικονομικό επιτελείο βρίσκεται σε διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερα περιθώρια παρεμβάσεων με βασικό επιχείρημα τα πρόσθετα έσοδα που προέκυψαν από τις δράσεις για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Διαβάστε: Προσωπική διαφορά: "Κόκκινο πανί" το πλαφόν των 300 ευρώ στο Δημόσιο - Στα κάγκελα χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν τα υπουργεία για την κατάρτιση του νέου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2027-2030 αποτυπώνεται στην εγκύκλιο που απέστειλε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους προς όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, καλώντας τους να υποβάλουν έως το τέλος Ιουλίου τις προτάσεις τους για τις δαπάνες και τις πολιτικές της επόμενης τετραετίας.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο κάθε νέα μόνιμη δαπάνη θα πρέπει να εντάσσεται εντός των ανώτατων ορίων που προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών, ενώ τα αιτήματα για νέες παροχές, επιδοτήσεις ή ενισχύσεις θα αξιολογούνται με βάση τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και τη συμβατότητά τους με τους στόχους του Μεσοπρόθεσμου.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μάχη των υπουργείων για την εξασφάλιση πρόσθετων πόρων αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς κάθε αίτημα για νέες δαπάνες θα αξιολογείται με βάση το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο που δημιουργεί η ανάπτυξη της οικονομίας και τις δεσμεύσεις της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών κανόνων.
Η εικόνα αποτυπώνεται και στις προβλέψεις για τις μεταβιβάσεις, δηλαδή τη μεγαλύτερη κατηγορία πρωτογενών δαπανών που περιλαμβάνει συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, επιχορηγήσεις προς φορείς και λοιπές κοινωνικές ενισχύσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μεσοπρόθεσμου, οι μεταβιβάσεις αναμένεται να διαμορφωθούν στα 35,73 δισ. ευρώ το 2026, και να αυξηθούν οριακά στα 35,79 δισ. ευρώ το 2027 και να φθάσουν στα 36,38 δισ. ευρώ το 2030.
Η συνολική αύξηση σε αυτό το διάστημα περιορίζεται σε μόλις 648,5 εκατ. ευρώ ή περίπου 1,8%, γεγονός που αποτυπώνει τις περιορισμένες δυνατότητες διεύρυνσης των κοινωνικών δαπανών στο νέο δημοσιονομικό περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι πρόσθετες παροχές που θα ανακοινώνονται κάθε χρόνο θα πρέπει να χρηματοδοτούνται είτε από την υπεραπόδοση των εσόδων είτε από ανακατανομή πόρων εντός του προϋπολογισμού, ή από περικοπές δαπανών.
Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι σημαντικό μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου των επόμενων ετών θα προέλθει από τη μόνιμη ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, ως αποτέλεσμα της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της εφαρμογής νέων ψηφιακών εργαλείων κατά της φοροδιαφυγής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το ψηφιακό πελατολόγιο, το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας στην εστίαση και οι νέοι μηχανισμοί ελέγχου της ΑΑΔΕ που αξιοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών και φορολογικών αποκλίσεων.
Η Αθήνα επιδιώκει τα έσοδα αυτά να αναγνωριστούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως διαρθρωτικά και όχι συγκυριακά, ώστε να δημιουργηθεί πρόσθετος χώρος για φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνικές παρεμβάσεις χωρίς να παραβιάζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Η τελική εικόνα αναμένεται να αποτυπωθεί στο νέο Μεσοπρόθεσμο που θα κατατεθεί το φθινόπωρο μαζί με τον προϋπολογισμό του 2027 στη βουλή.
Ως προς τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη, το νέο Μεσοπρόθεσμο διατηρεί τον πήχη της ανάπτυξης στο 2% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, ενώ προβλέπει σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις στο πεδίο των πρωτογενών πλεονασμάτων. Ειδικότερα, μετά το πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,2% του ΑΕΠ το 2026 και θα παραμείνει στο ίδιο επίπεδο το 2027, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,8%.
Παράλληλα, το ονομαστικό ΑΕΠ αναθεωρείται ανοδικά στα 261,3 δισ. ευρώ φέτος και στα 272,8 δισ. ευρώ το 2027, ενώ η ταχύτερη ανάπτυξη σε συνδυασμό με την πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου μνημονίου (Greek Loan Facility) επιταχύνει την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Έτσι, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 136,8% στο τέλος του 2026 από 138,2% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός και να μειωθεί περαιτέρω στο 130,3% το 2027, ενισχύοντας το επιχείρημα της ελληνικής πλευράς για μεγαλύτερη ευελιξία στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.
Διαβάστε: Προσωπική διαφορά: "Κόκκινο πανί" το πλαφόν των 300 ευρώ στο Δημόσιο - Στα κάγκελα χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν τα υπουργεία για την κατάρτιση του νέου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2027-2030 αποτυπώνεται στην εγκύκλιο που απέστειλε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους προς όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, καλώντας τους να υποβάλουν έως το τέλος Ιουλίου τις προτάσεις τους για τις δαπάνες και τις πολιτικές της επόμενης τετραετίας.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο κάθε νέα μόνιμη δαπάνη θα πρέπει να εντάσσεται εντός των ανώτατων ορίων που προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανόνας δαπανών, ενώ τα αιτήματα για νέες παροχές, επιδοτήσεις ή ενισχύσεις θα αξιολογούνται με βάση τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και τη συμβατότητά τους με τους στόχους του Μεσοπρόθεσμου.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μάχη των υπουργείων για την εξασφάλιση πρόσθετων πόρων αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς κάθε αίτημα για νέες δαπάνες θα αξιολογείται με βάση το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο που δημιουργεί η ανάπτυξη της οικονομίας και τις δεσμεύσεις της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών κανόνων.
Η εικόνα αποτυπώνεται και στις προβλέψεις για τις μεταβιβάσεις, δηλαδή τη μεγαλύτερη κατηγορία πρωτογενών δαπανών που περιλαμβάνει συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, επιχορηγήσεις προς φορείς και λοιπές κοινωνικές ενισχύσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μεσοπρόθεσμου, οι μεταβιβάσεις αναμένεται να διαμορφωθούν στα 35,73 δισ. ευρώ το 2026, και να αυξηθούν οριακά στα 35,79 δισ. ευρώ το 2027 και να φθάσουν στα 36,38 δισ. ευρώ το 2030.
Η συνολική αύξηση σε αυτό το διάστημα περιορίζεται σε μόλις 648,5 εκατ. ευρώ ή περίπου 1,8%, γεγονός που αποτυπώνει τις περιορισμένες δυνατότητες διεύρυνσης των κοινωνικών δαπανών στο νέο δημοσιονομικό περιβάλλον. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι πρόσθετες παροχές που θα ανακοινώνονται κάθε χρόνο θα πρέπει να χρηματοδοτούνται είτε από την υπεραπόδοση των εσόδων είτε από ανακατανομή πόρων εντός του προϋπολογισμού, ή από περικοπές δαπανών.
Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι σημαντικό μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου των επόμενων ετών θα προέλθει από τη μόνιμη ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, ως αποτέλεσμα της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της εφαρμογής νέων ψηφιακών εργαλείων κατά της φοροδιαφυγής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το ψηφιακό πελατολόγιο, το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας στην εστίαση και οι νέοι μηχανισμοί ελέγχου της ΑΑΔΕ που αξιοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών και φορολογικών αποκλίσεων.
Η Αθήνα επιδιώκει τα έσοδα αυτά να αναγνωριστούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως διαρθρωτικά και όχι συγκυριακά, ώστε να δημιουργηθεί πρόσθετος χώρος για φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνικές παρεμβάσεις χωρίς να παραβιάζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Η τελική εικόνα αναμένεται να αποτυπωθεί στο νέο Μεσοπρόθεσμο που θα κατατεθεί το φθινόπωρο μαζί με τον προϋπολογισμό του 2027 στη βουλή.
Ως προς τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη, το νέο Μεσοπρόθεσμο διατηρεί τον πήχη της ανάπτυξης στο 2% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, ενώ προβλέπει σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις στο πεδίο των πρωτογενών πλεονασμάτων. Ειδικότερα, μετά το πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,2% του ΑΕΠ το 2026 και θα παραμείνει στο ίδιο επίπεδο το 2027, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,8%.
Παράλληλα, το ονομαστικό ΑΕΠ αναθεωρείται ανοδικά στα 261,3 δισ. ευρώ φέτος και στα 272,8 δισ. ευρώ το 2027, ενώ η ταχύτερη ανάπτυξη σε συνδυασμό με την πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου μνημονίου (Greek Loan Facility) επιταχύνει την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Έτσι, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 136,8% στο τέλος του 2026 από 138,2% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός και να μειωθεί περαιτέρω στο 130,3% το 2027, ενισχύοντας το επιχείρημα της ελληνικής πλευράς για μεγαλύτερη ευελιξία στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.
En