Ακρίβεια και ψηφιακοί έλεγχοι αυξάνουν τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ, οδηγώντας τα έσοδα στα κρατικά ταμεία σε νέα επίπεδα-ρεκόρ. Το κύμα ανατιμήσεων στην αγορά ενισχύει τον ονομαστικό τζίρο και, κατ’ επέκταση, τον ΦΠΑ που αναλογεί στις συναλλαγές, την ώρα που η ΑΑΔΕ, με «όπλα» την Τεχνητή Νοημοσύνη, το myDATA και τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, κλείνει ολοένα και περισσότερο τα «παράθυρα» στη φοροδιαφυγή.

Διαβάστε: ΑΑΔΕ: "Σαφάρι" στα νησιά ενόψει Δεκαπενταύγουστου, ποιες επιχειρήσεις βρίσκονται στο "στόχαστρο" - Πάνω από 320.000 καταγγελίες πολιτών για beach bars και εστιατόρια (Βίντεο)

ΦΠΑ: Ρεκόρ εσόδων με "όπλα" την ακρίβεια και τους ψηφιακούς ελέγχους

Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία του φετινού πρώτου εξαμήνου, με τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ να ξεπερνούν αισθητά τον στόχο του προϋπολογισμού καθώς κινήθηκαν πάνω από τα 14,5 δισ. ευρώ, έναντι στόχου για 13,6 δισ. ευρώ, καταγράφοντας υπέρβαση της τάξης των 880 εκατ. ευρώ. Η εικόνα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή σε σύγκριση με πέρυσι, όταν στο αντίστοιχο διάστημα είχαν εισρεύσει περίπου 12,8 δισ. ευρώ στα κρατικά ταμεία.

Υπενθυμίζεται ότι το 2025 οι συνολικές εισπράξεις από ΦΠΑ είχαν ανέλθει στα 29,2 δισ. ευρώ. Εφόσον η ίδια δυναμική διατηρηθεί και στο δεύτερο μισό του έτους, τα έσοδα από τον φόρο αναμένεται να ενισχυθούν περαιτέρω. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ταυτόχρονα μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο, καθώς η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των δαπανών, αναμένεται να αποτυπωθεί και στο πρωτογενές αποτέλεσμα. Με τα σημερινά δεδομένα, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι μπορεί να υπερβεί την επικαιροποιημένη πρόβλεψη του οικονομικού επιτελείου για 3,2% του ΑΕΠ και, υπό προϋποθέσεις, να κινηθεί ακόμη και πάνω από το 4% του ΑΕΠ.

Ένα μεγάλο μέρος των αυξημένων εισπράξεων προέρχεται από την ακρίβεια καθώς η παρατεταμένη άνοδος των τιμών, ιδιαίτερα σε βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, «φουσκώνει» τον ονομαστικό τζίρο και μαζί και τον ΦΠΑ που αναλογεί στις συναλλαγές. Όσο υψηλότερη είναι η τελική τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, τόσο μεγαλύτερο είναι και το ποσό του φόρου που καταλήγει στο Δημόσιο, ακόμη και όταν ο πραγματικός όγκος των πωλήσεων δεν αυξάνεται αντίστοιχα. Επομένως το συγκριμένο τμήμα των εσόδων από ΦΠΑ δεν αποτελεί ένδειξη αντίστοιχης αύξησης της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας.

Το υπόλοιπο, όμως, που συνδέεται με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την ψηφιοποίηση των συναλλαγών, έχει διαφορετική σημασία, καθώς διευρύνει τη φορολογική βάση και αυξάνει τη συμμόρφωση. Οι δηλώσεις ΦΠΑ προσυμπληρώνονται υποχρεωτικά με βάση τα δεδομένα που έχουν διαβιβαστεί στα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA. Οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ των δηλωθέντων ποσών και των διαβιβασμένων στοιχείων χτυπάει συναγερμό στο σύστημα και ακολουθούν στοχευμένοι έλεγχοι.

Επιχειρήσεις που εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις από τα δεδομένα του κλάδου τους, απότομες μεταβολές στον τζίρο ή αναντιστοιχίες μεταξύ των δηλώσεων και των ηλεκτρονικά καταγεγραμμένων συναλλαγών μπαίνουν αυτομάτως στο «ραντάρ» της φορολογικής διοίκησης. Τα δεδομένα του ΦΠΑ διασταυρώνονται σε πραγματικό χρόνο με τις εισπράξεις των POS και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών μέσω του Συστήματος Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών.


Βαριά πρόστιμα

Την ίδια στιγμή, τσουχτερά είναι τα πρόστιμα που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία για όσους επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες υποβάλλουν εκπρόθεσμες αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις ΦΠΑ μετά την κοινοποίηση εντολών φορολογικού ελέγχου.

Ειδικότερα, στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί καθόλου δήλωση ΦΠΑ και η παράβαση εντοπιστεί από τη φορολογική αρχή κατά τον έλεγχο, επιβάλλεται πρόστιμο 50% επί του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση.

Το ίδιο ποσοστό επιβάλλεται και όταν ο φορολογούμενος υποβάλει εκπρόθεσμη αρχική ή τροποποιητική χρεωστική δήλωση ΦΠΑ μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών από την Εφορία και έως την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου. Το πρόστιμο υπολογίζεται σε 50% επί του φόρου ή της επιπλέον διαφοράς φόρου που προκύπτει.

Υπάρχει, ωστόσο, περιθώριο περιορισμού της επιβάρυνσης. Το πρόστιμο, μαζί με τον αναλογούντα τόκο, μειώνεται στο 60% του αρχικού ποσού, εφόσον η οφειλή εξοφληθεί πλήρως μέσα σε 30 ημέρες από τον προσδιορισμό του φόρου. Στην πράξη, η επιβάρυνση από το πρόστιμο περιορίζεται στο 30% του φόρου.

Πιο ευνοϊκή είναι η αντιμετώπιση για όσους προλάβουν να διορθώσουν οικειοθελώς τη δήλωσή τους πριν από την κοινοποίηση εντολής φορολογικού ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή δεν ενεργοποιείται το πρόστιμο του 50%. Επιβάλλεται το σταθερό διοικητικό πρόστιμο των 100, 250 ή 500 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία των λογιστικών βιβλίων της επιχείρησης, καθώς και ο τόκος εκπρόθεσμης καταβολής, ο οποίος ανέρχεται σε 0,73% για κάθε μήνα καθυστέρησης.

Ακόμη μεγαλύτερη μείωση της ποινής προβλέπεται για όσους, μετά τον έλεγχο, αποδεχθούν τον φόρο που τους καταλογίζεται. Εφόσον ο φορολογούμενος αποδεχθεί το ποσό που προκύπτει από την πράξη προσωρινού προσδιορισμού φόρου, δεν ζητήσει τη συνέχιση του ελέγχου και δεν προσφύγει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή στη συνέχεια στα διοικητικά δικαστήρια, εφαρμόζεται η διαδικασία «αποδοχής πράξεων του φορολογικού ελέγχου».