Σύνταξη έως 800 ευρώ για επαγγελµατίες, αγρότες και αυτοαπασχολούµενους - Οι ασφαλιστικές κατηγορίες και τα ύψη των εισφορών
Τα νεότερα δεδομένα
Η επιλογή της χαµηλότερης ασφαλιστικής κατηγορίας περιορίζει το ύψος της µελλοντικής σύνταξης, ενώ µόλις 7 στους 100 ελεύθερους επαγγελµατίες αναµένεται να ξεπεράσουν τα 1.000 ευρώ µε 40 χρόνια ασφάλισης
Διαβάστε: Πλασματικά έτη: Ποιοι κερδίζουν από την εξαγορά και πόσο κοστίζει - Αναλυτικά παραδείγματα (Βίντεο)
Η συντριπτική πλειονότητα των µη µισθωτών ασφαλισµένων επιλέγει την πρώτη, δηλαδή τη χαµηλότερη, ασφαλιστική κατηγορία του ΕΦΚΑ. Η επιλογή αυτή προσφέρει σήµερα τη µικρότερη δυνατή επιβάρυνση, διαµορφώνει όµως ταυτόχρονα και τη χαµηλότερη ασφαλιστική βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται η µελλοντική σύνταξη. Με τα σηµερινά δεδοµένα, σχεδόν οκτώ στους δέκα ελεύθερους επαγγελµατίες και αγρότες παραµένουν στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία. Το αποτέλεσµα είναι ότι, ακόµη και µε 40 χρόνια ασφάλισης, οι µελλοντικές συντάξεις για τη µεγάλη αυτή κατηγορία ασφαλισµένων αναµένεται να κινούνται σε ιδιαίτερα χαµηλά επίπεδα, κοντά στα 800 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελµατίες.
Συντάξεις: Πού εντοπίζεται το πρόβλημα
Το πρόβληµα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης. Για πολλούς επαγγελµατίες, η επιλογή της πρώτης κατηγορίας αποτελεί ουσιαστικά µονόδροµο, καθώς το κόστος λειτουργίας µιας µικρής επιχείρησης ή ενός ατοµικού επαγγέλµατος παραµένει υψηλό. Η δυνατότητα επιλογής ασφαλιστικής κα τηγορίας επιτρέπει στους µη µισθωτούς να περιορίζουν το µη µισθολογικό κόστος και να διατηρούν περισσότερα διαθέσιμα χρήµατα για την κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεών τους.
Το τίμημα
Το τίµηµα, ωστόσο, µεταφέρεται στο µέλλον. Για το 2026, σε σύνολο περίπου 1.600.000 ασφαλισµένων επαγγελµατιών και αγροτών, µόλις 400.000 επέλεξαν ασφαλιστική κατηγορία υψηλότερη από την πρώτη. Η πλειονότητα επέλεξε να παραµείνει στη χαµηλότερη κατηγορία. Η επιλογή αυτή µπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το ύψος της σύνταξης, καθώς τα χρόνια ασφάλισης και η ασφαλιστική βάση αποτελούν κρίσιµους παράγοντες στον υπολογισµό της ανταποδοτικής σύνταξης.
Οι ασφαλιστικές κατηγορίες
Η εικόνα γίνεται ακόµη πιο χαρακτηριστική όταν συγκριθούν οι διαφορετικές ασφαλιστικές κατηγορίες. Ένας ελεύθερος επαγγελµατίας που παραµένει στην πρώτη κατηγορία σε όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου και συµπληρώνει 40 χρόνια ασφάλισης εκτιµάται ότι θα οδηγηθεί σε σύνταξη κοντά στα 800 ευρώ. Αντίθετα, µε τα ίδια χρόνια ασφάλισης, αλλά µε επιλογή της ανώτατης, έκτης ασφαλιστικής κατηγορίας, η σύνταξη µπορεί να διαµορφωθεί περίπου στα 1.800 ευρώ µεικτά. Η απόσταση είναι σηµαντική και καταδεικνύει το κόστος της σηµερινής επιλογής.
Η χαμηλή εισφορά
Η χαµηλή εισφορά εξασφαλίζει µικρότερη επιβάρυνση κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, αλλά οδηγεί σε χαµηλότερη ασφαλιστική βάση και, κατ’ επέκταση, σε χαµηλότερη ανταποδοτική σύνταξη. Με βάση τις σχετικές εκτιµήσεις, µόλις περίπου επτά στους 100 ελεύθερους επαγγελµατίες θα µπορούσαν να λάβουν σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ, εφόσον έχουν συµπληρώσει 40 έτη ασφάλισης. Για την πλειονότητα, η µελλοντική σύνταξη θα παραµείνει κάτω από αυτό το όριο.
Τι ισχύει για τους αγρότες
Ακόµη πιο έντονη είναι η εικόνα για τους αγρότες. Η επιλογή της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας οδηγεί, µε βάση τις ίδιες παραδοχές, σε σύνταξη της τάξης των 250 ευρώ τον µήνα, ενώ η επιλογή της έκτης και υψηλότερης κατηγορίας µπορεί να ανεβάσει τη σύνταξη περίπου στα 670 ευρώ µεικτά.
Η μεγάλη διαφορά
Η µεγάλη διαφορά ανάµεσα στα δύο ποσά αποτυπώνει µε τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το δίληµµα που αντιµετωπίζουν οι ασφαλισµένοι: υψηλότερες εισφορές σήµερα για υψηλότερη σύνταξη αύριο ή χαµηλότερη επιβάρυνση σήµερα µε σηµαντικά χαµηλότερη σύνταξη στο µέλλον. Για έναν επαγγελµατία µε περιορισµένο ή ασταθές εισόδηµα, η απόφαση δεν είναι εύκολη. Η επιλογή της υψηλότερης κατηγορίας µπορεί να βελτιώνει τις µελλοντικές αποδοχές, αυξάνει όµως άµεσα το κόστος ασφάλισης.
Το πρόβληµα των χαµηλών συντάξεων δεν σταµατά στο αρχικό ποσό. Ένας ακόµη παράγοντας που προβληµατίζει είναι ο ρυθµός των ετήσιων αυξήσεων. Όταν µια σύνταξη ξεκινά από χαµηλή βάση, ακόµη και µια αύξηση της τάξης του 2% ή 3% µε ταφράζεται σε µικρή πραγµατική αύξηση σε ευρώ. Αντίθετα, η ίδια ποσοστιαία αύξηση σε µια σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ αποδίδει µεγαλύτερο απόλυτο ποσό. Έτσι, δηµιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι ασφαλισµένοι που ξεκινούν από χαµηλή βάση λαµβάνουν µικρές αυξήσεις σε απόλυτους αριθµούς και δυσκολεύονται να καλύψουν την άνοδο του κόστους ζωής. Ο κίνδυνος είναι οι σηµερινές χαµηλές συντάξεις να παραµείνουν για πολλά χρόνια σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.
Ιδιαίτερη σηµασία έχει το γεγονός ότι οι συντάξεις κοντά στα 800 ευρώ βρίσκονται κάτω από τον σηµερινό κατώτατο µισθό των 920 ευρώ. Η διαφορά αυτή αποκτά ακόµη µεγαλύτερη σηµασία όταν συνυπολογιστούν οι ανάγκες ενός νοικοκυριού, το κόστος στέγασης, οι δαπάνες υγείας και η γενικότερη ακρίβεια. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η βασική σύσταση που διατυπώνουν ειδικοί προς τους ελεύθερους επαγγελµατίες είναι να μην περιορίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου στην πρώτη κατηγορία.
Η πιο ισορροπημένη επιλογή
Ως πιο ισορροπηµένη επιλογή αναφέρονται η τρίτη και η τέταρτη ασφαλιστική κατηγορία. Η λογική είναι ότι οι υψηλότερες εισφορές δεν θα πρέπει να θεωρούνται αποκλειστικά κόστος, αλλά και επένδυση στο µελλοντικό εισόδηµα από τη σύνταξη. Βεβαίως, η επιλογή πρέπει να λαµβάνει υπόψη το εισόδηµα, τις πραγµατικές οι κονοµικές δυνατότητες και τα χρόνια που αποµένουν µέχρι τη συνταξιοδότηση. Για έναν νέο επαγγελµατία, η σταδιακή παραµονή σε υψηλότερη κατηγορία µπορεί να έχει διαφορετική επίδραση από ό,τι για κάποιον που βρίσκεται κοντά στη συνταξιοδότηση. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 οι ασφαλιστικές εισφορές των µη µισθωτών αυξήθηκαν κατά 2,5%. Η αναπροσαρµογή συνδέθηκε µε τον µέσο ετήσιο πληθωρισµό του 2025, ενώ από το 2027 αναµένεται να εφαρµοστεί ο δείκτης µεταβολής των µισθών.
Πρόκειται για την τέταρτη διαδοχική ετήσια αύξηση. Το 2023 οι εισφορές αυξήθηκαν κατά 9,6%, το 2024 κατά 3,46% και το 2025 κατά 2,7%. Συνολικά, στην τετραετία 2023-2026 η σωρευτική αύξηση ανέρχεται σε περίπου 18,26%. Με την αύξηση του 2,5%, η εισφορά της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας για κύρια σύνταξη και υγειονοµική περίθαλψη διαµορφώνεται στα 250,77 ευρώ τον µήνα. Για τους ασφαλισµένους που υπάγονται επιπλέον σε επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή, προστίθενται 46,57 ευρώ για την επικουρική και 31,05 ευρώ για το εφάπαξ.
Το ύψος της συνολικής μηνιαίας επιβάρυνσης
Έτσι, η συνολική µηνιαία επιβάρυνση φτάνει τα 328,39 ευρώ. Η πρώτη κατηγορία παραµένει η οικονοµικότερη λύση για όσους δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις σηµερινές υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα, όµως, δηµιουργεί µια χαµηλή ασφαλιστική βάση που µπορεί να οδηγήσει σε αντίστοιχα χαµηλή σύνταξη. Για τους εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελµατίες και αγρότες που παραµένουν στη χαµηλότερη κατηγορία, το δίληµµα είναι πλέον σαφές: χαµηλότερες εισφορές σήµερα ή υψηλότερο εισόδηµα αύριο. Η επιλογή αυτή αποκτά ακόµη µεγαλύτερη σηµασία σε µια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, η γήρανση του πληθυσµού και οι αυξηµένες ανάγκες υγείας καθιστούν την επάρκεια του συνταξιοδοτικού εισοδήµατος κρίσιµο ζήτηµα.
Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή
En