Αυξήσεις μισθών, µπόνους και λιγότερες εισφορές: Τα μέτρα στήριξης που θα ανακοινώσει ο Μητσοτάκης στη ΔΕΘ - Ποιοι κερδίζουν (Πίνακας)
Στην πρώτη γραµµή βρίσκεται η νέα αύξηση του κατώτατου µισθού
Άµεσα οφέλη για 1.300.000 εργαζόµενους από το "κλείδωµα" του κατώτατου στα 970 ευρώ - Αναλυτικά το πακέτο των παρεµβάσεων που αναµένεται να ανακοινώσει ο πρωθυπουργός την ερχόµενη εβδοµάδα στη ΔΕΘ
Ένα νέο πακέτο παρεµβάσεων, που µπορεί να αλλάξει αισθητά το διαθέσιµο εισόδηµα εργαζοµένων αλλά και το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελµατιών, βρίσκεται στο επίκεντρο του κυβερνητικού σχεδιασµού για το 2027, µε «κλειδωµένα» τα περισσότερα µέτρα που αναµένεται να ανακοινώσει ο πρωθυπουργός την ερχόµενη εβδοµάδα στη ΔΕΘ.
Στην πρώτη γραµµή βρίσκεται η νέα αύξηση του κατώτατου µισθού, µε τον βασικό στόχο να προβλέπει την άνοδό του από τα 920 στα 970 ευρώ το 2027, δηλαδή πάνω από τον στόχο που είχε θέσει στην αρχή της τετραετίας η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας. Το επιπλέον ποσό προανήγγειλε την περασµένη Παρασκευή ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της περιοδείας του στη ∆υτική Μακεδονία. Παρέµβαση η οποία θα ωφελήσει πάνω από 1.300.000 εργαζόµενους στον ιδιωτικό και δηµόσιο τοµέα. Παράλληλα, οι 500.000 εργαζόµενοι που συµπληρώνουν τριετία θα δουν επιπλέον προσαύξηση στις αποδοχές τους κατά 10%, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και η αύξηση της αξίας των διατακτικών σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ ηµερησίως.
Την ίδια ώρα, για τις επιχειρήσεις εξετάζονται παρεµβάσεις στο τέλος επιτηδεύµατος, στην προκαταβολή φόρου, στον φορολογικό συντελεστή των επιχειρηµατικών κερδών και στις εργοδοτικές εισφορές. Για τους ελεύθερους επαγγελµατίες, το ενδιαφέρον στρέφεται σε ένα νέο µοντέλο τεκµαρτής φορολόγησης, στο οποίο η φορολογική συνέπεια θα µπορούσε να οδηγεί σε σταδιακή µείωση ή ακόµη και κατάργηση του τεκµηρίου. Η αύξηση του µεικτού µισθού µεταφράζεται σε υψηλότερες καθαρές αποδοχές, αν και το τελικό όφελος εξαρτάται από το φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο που θα ισχύσει το 2027. Με τα σηµερινά δεδοµένα, τα 920 ευρώ µεικτά αντιστοιχούν περίπου σε 772 ευρώ καθαρά για εργαζόµενο πλήρους απασχόλησης. Αν ο κατώτατος µισθός αυξηθεί στα 970 ευρώ µεικτά, τα καθαρά φτάνουν περίπου στα 808 ευρώ, ενώ αν ο κατώτατος µισθός αγγίξει τα 1.000 ευρώ, οι καθαρές αποδοχές εκτιµάται ότι θα φτάσουν περίπου στα 829 ευρώ.
Η νέα αύξηση δεν αποτελεί όµως το τέλος της διαδροµής. Ο σχεδιασµός έχει ορίζοντα έως το 2030, µε τον στόχο για τον κατώτατο µισθό να τοποθετείται στην περιοχή των 1.350-1.400 ευρώ. Παράλληλα, για τον µέσο µισθό έχει τεθεί ως µακροπρόθεσµη επιδίωξη η προσέγγιση των 2.000 ευρώ έως το 2031.
Ποιοι κερδίζουν από τα μέτρα που αναμένονται να ανακοινωθούν στη ΔΕΘ
Σηµαντική ανάσα στις αποδοχές εκατοντάδων χιλιάδων εργαζοµένων αναµένεται να δώσει και η επαναφορά των τριετιών. Μετά το «ξεπάγωµα» των µισθολογικών ωριµάνσεων το 2024, οι πρώτοι εργαζόµενοι συµπληρώνουν την απαιτούµενη τριετή περίοδο και από την 1η Ιανουαρίου 2027 αναµένεται να αρχίσουν να λαµβάνουν την αντίστοιχη προσαύξηση.
Η πρώτη τριετία προβλέπει προσαύξηση 10%. Έτσι, για έναν άγαµο εργαζόµενο που ξεκίνησε για πρώτη φορά να εργάζεται την 1η Ιανουαρίου 2024 και αµείβεται µε τον κατώτατο µισθό των 920 ευρώ, η προσαύξηση ανέρχεται σε 92 ευρώ και οι µεικτές αποδοχές διαµορφώνονται στα 1.012 ευρώ.
Για έναν έγγαµο εργαζόµενο, στον οποίο αντιστοιχεί και επίδοµα γάµου, το ποσό µπορεί να φτάσει στα 1.104 ευρώ.
Το κρίσιµο στοιχείο είναι ότι η αύξηση από την τριετία λειτουργεί συµπληρωµατικά προς την αναπροσαρµογή του κατώτατου µισθού, µε αποτέλεσµα για όσους θεµελιώνουν δικαίωµα να δηµιουργείται πρόσθετη µισθολογική ενίσχυση.
Αντίστοιχη επίδραση αναµένεται να υπάρξει και στους δηµόσιους υπάλληλους. Ο κατώτατος µισθός στην κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης αναµένεται να διαµορφωθεί στην περιοχή των 960-970 ευρώ. Παράλληλα, αύξηση περίπου 40 ευρώ προβλέπεται σε κάθε µισθολογικό βήµα, επηρεάζοντας όλα τα µισθολόγια, ακόµη και τα ειδικά. Το τελικό όφελος για κάθε δηµόσιο υπάλληλο θα εξαρτηθεί από το µισθολογικό κλιµάκιό του, τις ωριµάνσεις, τις αλλαγές στα επιδόµατα και τυχόν ειδικές αυξήσεις που αφορούν συγκεκριµένους κλάδους όπως οι ένστολοι.
Σηµαντική παρέµβαση για το διαθέσιµο εισόδηµα µπορεί να αποτελέσει και η αύξηση της αξίας των διατακτικών σίτισης. Η πρόταση προβλέπει την αύξηση της ηµερήσιας αξίας τους από τα 6 στα 10 ευρώ και έχει υποβληθεί από κοινού από τους κοινωνικούς εταίρους. Εφόσον υιοθετηθεί, το µέτρο θα µπορούσε να αφορά περίπου 800.000 µισθωτούς. Σε πλήρη βάση ηµερών εργασίας, η αύξηση της αξίας των διατακτικών θα µπορούσε να µεταφραστεί σε όφελος που προσεγγίζει τα 300 ευρώ τον µήνα. Παράλληλα, εξετάζεται η αναπροσαρµογή του ορίου µέχρι το οποίο οι διατακτικές σίτισης απαλλάσσονται από ασφαλιστικές εισφορές.
Πλήρης κατάργηση επιτηδεύµατος
Στο µέτωπο των επιχειρήσεων µία από τις σηµαντικότερες παρεµβάσεις αφορά το τέλος επιτηδεύµατος. Το τέλος έχει ήδη καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελµατίες από το 2025, εξακολουθεί όµως να επιβαρύνει τις εταιρείες µε ποσά από 800 έως 1.000 ευρώ τον χρόνο. Η πλήρης κατάργησή του για τις επιχειρήσεις θα έχει δηµοσιονοµικό κόστος περίπου 240.000.000 ευρώ ετησίως.
Παράλληλα, εξετάζεται η µείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρηµατικών κερδών από το 22% στο 20%, εξέλιξη που θα µειώσει περαιτέρω τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Μεγαλύτερο δηµοσιονοµικό βάρος έχει η προκαταβολή φόρου. Σήµερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν ποσό ίσο µε το 80% του φόρου εισοδήµατος, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελµατίες το ποσοστό ανέρχεται σε 55%. Τα σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι προβλέπουν µείωση της προκαταβολής στο 40% για τους επαγγελµατίες και στο 50%-60% για τις µικρές επιχειρήσεις, ανάλογα µε τον κύκλο εργασιών. Στο πακέτο των µέτρων περιλαµβάνεται και νέα µείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαίες µονάδες. Από το 2019 η συνολική αποκλιµάκωση των εισφορών έχει φτάσει τις 5,4 µονάδες. Εφόσον προχωρήσει η νέα παρέµβαση, το συνολικό ποσοστό θα διαµορφωθεί στο 35,66%. Το ετήσιο δηµοσιονοµικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 245.000.000 ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το νέο µοντέλο που εξετάζεται για τους περίπου 700.000 ελεύθερους επαγγελµατίες. Η βασική ιδέα είναι η σύνδεση της τεκµαρτής φορολόγησης µε τον βαθµό φορολογικής και ασφαλιστικής συµµόρφωσης. Με βάση το υπό εξέταση µοντέλο, το τεκµήριο δεν θα λειτουργεί απαραίτητα ως µόνιµος και οριζόντιος µηχανισµός φορολόγησης. Αντίθετα, όσοι αποδεδειγµένα παρουσιάζουν υψηλή συνέπεια θα µπορούν να βλέπουν σταδιακά το τεκµαρτό εισόδηµά τους να µειώνεται. Σε περιπτώσεις ιδιαίτερα υψηλής φορολογικής συνέπειας δεν αποκλείεται ακόµη και η πλήρης κατάργηση του τεκµαρτού τρόπου υπολογισµού.