Έναν πρόωρο και εξαιρετικά δύσκολο χειμώνα καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση, καθώς η νέα έκρηξη των τιμών στην ενέργεια «σπάει» τη γραμμή άμυνας που υψώθηκε στη ΔΕΘ και απειλεί να ανατρέψει τον σχεδιασμό για ένα δεύτερο κύμα μέτρων την άνοιξη του 2027. Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή έχει εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου Brent πάνω από το ψυχολογικό φράγμα των 100 δολαρίων το βαρέλι, πυροδοτώντας ένα ντόμινο ανατιμήσεων σε καύσιμα, μεταφορές, κόστος παραγωγής και στις τιμές των προϊόντων.

Πρόκειται για ένα νέο κύμα ακρίβειας, που το οικονομικό επιτελείο δεν μπορεί να αγνοήσει, ειδικά σε μια προεκλογική περίοδο. Και αν το πετρέλαιο αποτελεί το πρώτο καμπανάκι, το φυσικό αέριο είναι το δεύτερο. Η τιμή της μεγαβατώρας στην ευρωπαϊκή αγορά έχει σκαρφαλώσει στα 80 ευρώ, σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής, που με τη σειρά του αναμένεται να οδηγήσει σε ακριβότερο ρεύμα και βαρύτερους λογαριασμούς για τους καταναλωτές τους επόμενους μήνες, περιορίζοντας στην πράξη το όφελος από τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις υπόλοιπες παρεμβάσεις που εξαγγέλθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Το νέο σκηνικό υποχρεώνει την κυβέρνηση να επανεξετάσει τα μέτρα που έχει ήδη ενεργοποιήσει και να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο πρόσθετων παρεμβάσεων, εφόσον το ενεργειακό ράλι συνεχιστεί και αποκτήσει διάρκεια.

Στόχος η αναχαίτιση του νέου κύματος ακρίβειας, χωρίς να εξαντληθούν από τώρα τα δημοσιονομικά περιθώρια

Στο τραπέζι μπορεί να βρεθούν, ανάλογα με την ένταση της κρίσης, η ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης, νέες παρεμβάσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και η συνέχιση ή διεύρυνση των μέτρων στήριξης στα καύσιμα. Το ζητούμενο για το οικονομικό επιτελείο είναι να αναχαιτίσει το νέο κύμα ακρίβειας χωρίς να εξαντλήσει από τώρα τα δημοσιονομικά περιθώρια, που μπορεί να χρειαστούν αργότερα. Γιατί η επόμενη κρίσιμη μάχη δεν αφορά μόνο τον χειμώνα. Αφορά και την άνοιξη του 2027, όταν η κυβέρνηση θα βρίσκεται στην τελική ευθεία προς τις κάλπες και θα χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο για έναν νέο γύρο παροχών.

Εδώ βρίσκεται το δεύτερο κομμάτι της εξίσωσης. Η εκτέλεση του Προϋπολογισμού κινείται καλύτερα από τις αρχικές προβλέψεις, με τα φορολογικά έσοδα να εξακολουθούν να εμφανίζουν αντοχές και το πρωτογενές αποτέλεσμα να διαμορφώνεται πάνω από τους στόχους.

Ψηλά ο πήχης

Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα δημοσιονομικό απόθεμα το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί, εφόσον οι τελικοί αριθμοί επιβεβαιώσουν τις σημερινές εκτιμήσεις. Ο πήχης πλέον τοποθετείται αρκετά ψηλότερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα είχε ξεκινήσει από το 2,8% του ΑΕΠ, αναθεωρήθηκε στη συνέχεια στο 3,2% και πλέον οι προβολές για την τελική επίδοση του 2026 αφήνουν ανοιχτό ακόμα και το ενδεχόμενο να προσεγγίσει το 4% του ΑΕΠ. Εάν η εκτίμηση αυτή επιβεβαιωθεί, η διαφορά δεν θα είναι λογιστική λεπτομέρεια. Θα μεταφράζεται σε έναν σημαντικά μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος μπορεί να ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ σε επίπεδο πρωτογενούς αποτελέσματος. Βεβαίως, το σύνολο αυτού του ποσού δεν αποτελεί αυτομάτως διαθέσιμο χρήμα για παροχές. Ωστόσο, όσο μεγαλύτερη είναι η υπεραπόδοση έναντι του στόχου -κυρίως από ενεργητικά μέτρα περιορισμού της φοροδιαφυγής, τα οποία λειτουργούν αφαιρετικά στον υπολογισμό των δαπανών-, τόσο μεγαλύτερα είναι και τα περιθώρια για πρόσθετες κινήσεις.

Δημοσιεύτηκε στο «MoneyPro» των «Παραπολιτικών»