Scope Ratings: Αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+ με σταθερές προοπτικές
Μία βαθμίδα πριν από την κατηγορία Α
Ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο BBB+ από BBB, παράλληλα, αναθεώρησε τις προοπτικές (Outlook) σε σταθερές από θετικές
Διαβάστε: DBRS: Επιβεβαίωσε το BBB για την Ελλάδα, αναβάθμισε σε "θετικές" τις προοπτικές
Βασικοί παράγοντες αξιολόγησης για την αναβάθμιση
Κεντρικός παράγοντας πίσω από την αναβάθμιση είναι η δημοσιονομική εικόνα. Η Scope εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ στο βασικό της σενάριο προβλέπει περαιτέρω μείωση κοντά στο 110% έως το 2031. Η αποκλιμάκωση του χρέους στηρίζεται, σύμφωνα με τον οίκο, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, στις πρόωρες αποπληρωμές χρέους και στη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Για το 2026, η Scope προβλέπει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,1%, μετά το 4,9% που καταγράφηκε το 2025. Για την περίοδο 2028-2031 αναμένει ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν κατά μέσο όρο κοντά στο 3% του ΑΕΠ.
Ανθεκτική ανάπτυξη και επενδύσεις
Θετικά αξιολογούνται και οι αναπτυξιακές επιδόσεις. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο με ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Scope προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι επενδύσεις και τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Έως τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των συνολικά διαθέσιμων πόρων.
Η Scope επισημαίνει επίσης τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και την ψηφιοποίηση, οι οποίες έχουν ενισχύσει σημαντικά την εισπρακτική ικανότητα του κράτους. Τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν στο 28% του ΑΕΠ το 2025 από 20,5% το 2009. Υποστηρικτικά λειτουργεί και η δομή του ελληνικού χρέους. Περίπου το 70% βρίσκεται στα χέρια επίσημων πιστωτών με ευνοϊκούς όρους, ενώ η μέση σταθμισμένη διάρκειά του διαμορφώνεται στα 18,3 έτη. Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονται σε περίπου 31 δισ. ευρώ.
Οι αδυναμίες που παραμένουν
Παρά την αναβάθμιση, η Scope επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες αντίστοιχης αξιολόγησης, ενώ το δυνητικό επίπεδο ανάπτυξης εκτιμάται μόλις στο 1,3%. Στις βασικές αδυναμίες περιλαμβάνονται επίσης η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή παραγωγικότητα, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η εξάρτηση από εισαγωγές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην εξωτερική θέση της χώρας. Η Scope προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση διαμορφώθηκε στο -142% του ΑΕΠ το 2025. Για να ανοίξει ο δρόμος για νέα αναβάθμιση, ο οίκος ζητεί περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων, συνεχή βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας και ουσιαστικό περιορισμό των εξωτερικών ανισορροπιών.
Παράλληλα, η Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Η απόφαση της Moody’s αποτελεί την τρίτη αλλαγή προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές μέσα σε περίπου ένα μήνα, μετά την R&I στις 17 Αυγούστου και την DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου.
Πιερρακάκης: Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης
Σε δήλωσή του, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε: «Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται. Και αυτό έχει τεράστια αξία. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία. Επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. Αναδεικνύουν, όμως, και μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή μας. Να αξιοποιούμε τη δημοσιονομική πρόοδο για να μειώνουμε ταχύτερα το δημόσιο χρέος, προχωρώντας σε πρόωρες αποπληρωμές. Αυτή η στρατηγική ενισχύει τη θέση της Ελλάδας και την κάνει πιο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα. Οι σημερινές αποφάσεις, όπως και η επιστροφή του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ανεπτυγμένες αγορές, είναι σημαντικές κατακτήσεις μιας πορείας που πρέπει να συνεχίσουμε. Με δημοσιονομική συνέπεια, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες».
Η Scope δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το οποίο εκτιμά ότι θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη μείωση να υποστηρίζεται και από τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές. Ο οίκος προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, οι μεγάλες διάρκειες και ο χαμηλός κίνδυνος αναχρηματοδότησης ενισχύουν τη βιωσιμότητά του.
Στην έκθεσή του, ο ίδιος οίκος επισημαίνει επίσης ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει πολύ ισχυρή. Για το 2025 καταγράφει γενικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ εκτιμά ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκτενής αναφορά γίνεται στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης μέσω των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, που, σύμφωνα με τη Scope, έχει ενισχύσει ουσιαστικά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, η Scope διαπιστώνει σημαντική ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η πραγματική ανάπτυξη διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, ενώ η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στον τουρισμό, στην άνοδο των επενδύσεων, στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Ως σημαντικό παράγοντα της βελτίωσης των οικονομικών προοπτικών, ο οίκος ξεχωρίζει ακόμη την ανάκαμψη των επενδύσεων, σημειώνοντας ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτούν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση. Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν ενισχύσει τις συνθήκες για επενδύσεις. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, σχεδόν το 70% των συνολικών διαθέσιμων πόρων. Η Scope αξιολογεί επίσης ως ισχυρούς τους παράγοντες διακυβέρνησης της χώρας, επισημαίνοντας το σταθερό θεσμικό πλαίσιο, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τις βελτιώσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογική διοίκηση, στην ψηφιοποίηση και στην αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα».
En