mediadefaultimages19_43_20131127
Παραπολιτικά

Από δήμαρχος Αθηναίων στην... Ελιά ο Γιώργος Καμίνης!

Ο δήμαρχος βάζει πλώρη σταδιακά για την κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας

Του Γιώργου Κατσίγιαννη - Εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Την περίοδο που ξεκίνησαν οι μεγάλες αναζητήσεις για την εξεύρεση της πιο ενδεδειγμένης λύσης που θα συσπείρωνε τις κατακερματισμένες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς, δεσπόζουσα θέση στις συνεννοήσεις που είχαν ξεκινήσει στο πολιτικό τρίγωνο ΔΗΜ.ΑΡ., ΠΑΣΟΚ και κίνηση των «58» είχαν τα ονόματα δύο εν ενεργεία δημάρχων. Του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη, και του δημάρχου Αθηναίων, Γιώργου Καμίνη. Τότε, κανένας εκ των δύο δεν διακινδύνευσε την απροκάλυπτη ανάμιξη του ονόματός του σε ένα εγχείρημα που έμελλε να καταλήξει σε ναυάγιο. Αυτό γιατί η ΔΗΜ.ΑΡ. ταμπουρώθηκε στα τείχη της αυτονομίας της ενόψει των ευρωεκλογών, οι «58» διασπάστηκαν μετά την από κοινού απόφαση των Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελου Βενιζέλου για καθιέρωση του σταυρού προτίμησης στη διαδικασία ανάδειξης των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το ΠΑΣΟΚ προσποιήθηκε ότι πέτυχε τον σχηματισμό της «Ελιάς» επειδή η ηγεσία του συνήψε συμφωνία με τις πολιτικές κινήσεις που είχαν ιδρύσει οι πρώην υπουργοί Ανδρέας Λοβέρδος και Ηλίας Μόσιαλος.

Σε ό,τι αφορά τον κ. Μπουτάρη, είχε ξεκαθαρίσει εξ αρχής ότι δεν τον ενδιαφέρει η μεταπήδησή του στην κεντρική πολιτική σκηνή, όταν βολιδοσκοπήθηκε από στελέχη που συμμετείχαν στην κίνηση των «58» για το εάν ενδιαφέρεται να ηγηθεί της «Ελιάς».

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Ο κ. Καμίνης, που επίσης δεχόταν πιέσεις απ’ όλες τις πλευρές, απέφυγε να αναλάβει το ρίσκο της εκθέσεώς του, καθώς είχε διαγνώσει εγκαίρως την αποτυχία που ερχόταν στη διαδικασία ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς, εξαιτίας των διαφορετικών σχεδίων που εξυπηρετούσαν οι κύριοι Φώτης Κουβέλης και Ευάγγελος Βενιζέλος. Κυρίως, είχε ερμηνεύσει σωστά την απροθυμία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και προέδρου του ΠΑΣΟΚ να εκχωρήσει την ηγετική του κυριαρχία στο συρρικνωμένο κόμμα που διοικούσε υπέρ μιας άλλης λύσης, που θα έβρισκε σύμφωνες όλες τις δυνάμεις του χώρου.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Καμίνης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στη μάχη που πήγε να δώσει για την επανεκλογή του στον Δήμο της Αθήνας είχε πραγματοποιήσει δημόσια συνάντηση με τον πρόεδρο της ΔΗΜ.ΑΡ., Φ. Κουβέλη, αλλά δεν διεκδίκησε με την ίδια ζέση μια αντίστοιχη με τον κ. Βενιζέλο. Ο κ. Καμίνης δεν περπάτησε στο ναρκοπέδιο της Κεντροαριστεράς από το ειδυλλιακό μονοπάτι που πήγαν να του υποδείξουν όσοι αναζητούσαν τον επόμενο αρχηγό της «Ελιάς» πριν από τις ευρωεκλογές. Αντίθετα, προτίμησε να δώσει και να κερδίσει τη μάχη στον Δήμο της Αθήνας, ώστε να μπορεί να κεφαλαιοποιήσει από θέση ισχύος την επιτυχία του αυτή στο χρηματιστήριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής και των κυοφορούμενων διεργασιών που συντελούνται ακόμη και τελούν υπό καθεστώς απρόβλεπτης διαπραγμάτευσης και κατάληξης.

«ΥΠΕΡΚΟΜΜΑΤΙΚΟΣ»

Είναι γεγονός ότι την ώρα που σε πανελλαδικό επίπεδο έχανε τις εντυπώσεις η «Κεντροαριστερά» των αρχηγικών κομματικών επιλογών για τις ευρωεκλογές, ο ίδιος έσωζε την τιμή του χώρου, εξασφαλίζοντας τη νίκη απέναντι στην οργανωμένη αντεπίθεση που δεχόταν από τις ετερόκλητες αντιμνημονιακές δυνάμεις, που είχαν συσπειρωθεί στον δεύτερο γύρο στο πρόσωπο του υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ, Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Καταφέρνοντας να αποβάλει τη «ρετσινιά» του κομματικού υποψηφίου, την επομένη της εκ νέου επικράτησής του στον Δήμο της Αθήνας δεν έδειξε τάσεις χαιρέκακων πανηγυρισμών απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ούτε έδωσε την ευκαιρία να πιστωθούν μονομερώς την επιτυχία του το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜ.ΑΡ. και το «Ποτάμι». Σε προσωπικό όμως επίπεδο, αρχίζει να γίνεται σταδιακά πόλος «υπερκομματικής» έλξης και «αναγνώρισης» σε ένα ευμετάβλητο πολιτικό σκηνικό, όπου οι κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν με «εθνικά» κριτήρια την υπάρχουσα οικονομική κρίση της κοινωνίας. Ακόμη και αν μετά το τέλος αυτής της «περιχαράκωσης» μπορεί να οδηγηθούν σε αναπόφευκτες συνεννοήσεις λόγω αδιεξόδου. Δηλαδή, εάν το κυβερνητικό μέλλον της Ελλάδος επιβάλει λύσεις που δεν θα προέρχονται από μονομερείς προτάσεις των κομματικών ηγεσιών, τότε δεν αποκλείεται το όνομα του κ. Καμίνη να βρεθεί στο επίκεντρο μιας σχετικής συζήτησης. Αλλωστε, το παράδειγμα «από δήμαρχος, πρωθυπουργός» το είδαμε πρόσφατα στην Ιταλία, με την περίπτωση του δημάρχου Φλωρεντίας, Ματέο Ρέντσι, που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, έπειτα από την παραίτηση του πρωθυπουργού Ενρίκο Λέτα.

Και αναφερόμαστε στην περίπτωση αυτή και όχι στο ελληνικό προηγούμενο, με την πρωθυπουργοποίηση του Λουκά Παπαδήμου, διότι τόσο το πολιτικό όσο και το οικονομικό σύστημα αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να δώσει εκ νέου προς «κατανάλωση» στην κοινωνία έναν ακόμη «αχώνευτο» τραπεζίτη.

Χτίζει προσεκτικά ηγετικό προφίλ

Οσοι παρακολουθούν επισταμένως τον κ. Γιώργο Καμίνη διαπιστώνουν ότι τον τελευταίο καιρό δεν επιλέγει τον δρόμο της απομόνωσης, ασχολούμενος μόνο με τη διοίκηση του δήμου, αλλά επιχειρεί να διευρύνει την απήχηση και την επιρροή του προς όλες τις κατευθύνσεις. Στα παρακλάδια της «Ελιάς» και στους «παραπόταμους» της Κεντροαριστεράς υποστηρίζουν ότι χτίζει ηγετικό προφίλ με προσεκτικές κινήσεις. Πυκνώνει τις πολιτικές του παρεμβάσεις, συμμετέχει πιο ενεργά στις διεργασίες για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς, ενώ αίσθηση προκάλεσε η προβολή που υπήρξε από μερίδα του Τύπου στην τελευταία του παρέμβαση στο συνέδριο του «Ποταμιού». Η ομιλία του εμφανίστηκε ως «το μανιφέστο του δημάρχου», γεγονός που δεν απείχε από την πραγματικότητα, καθώς αναφέρθηκε με εύστοχο τρόπο στις παθογένειες του πολιτικού συστήματος και στα κακώς κείμενα των συνδικαλιστικών πρακτικών. «Οι δικαστές φροντίζουν για τους μισθούς και τις συντάξεις τους, οι βουλευτές για τους λεγόμενους ένστολους, που φέρνουν συντεταγμένα ψηφοφόρους, οι συνδικαλιστές για τα προνόμιά τους. Οποιος σε αυτή τη χώρα κατέχει μερίδιο δημόσιας εξουσίας, αντί να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, μεριμνά για το σινάφι του», ανέφερε χαρακτηριστικά. Επίσης, δείχνει να έχει άλλη ατζέντα και άλλο πρόγραμμα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν ήταν αφοσιωμένος στο συμμάζεμα των οικονομικών του δήμου, αναζητώντας νέα ακροατήρια, που μπορεί να συμβάλλουν ενεργά στην ενίσχυση του δικτύου υποστηρικτών του, εάν αυτό προκύψει στο άμεσο μέλλον.