«Mητέρα των μαχών» αποκαλείται η αναμέτρηση της 21ης Μαΐου, με κίνδυνο βέβαια η φράση από την πολλή χρήση να καταντήσει κλισέ, αποτυπώνει όμως με ακρίβεια την πολιτική πραγματικότητα, καθώς τότε θα παιχθεί κατά κυριολεξία η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης. Μια μάχη που εντέλει θα διαμορφώσει όχι μόνο την ταυτότητα της νέας κυβέρνησης αλλά και το μετεκλογικό πολιτικό τοπίο γενικότερα.

Χωρίς άλλες σκέψεις, συμπολίτευση και αντιπολίτευση, ειδικοί αναλυτές, εκλογολόγοι, άπαντες σε αυτή τη φάση θεωρούν την πρώτη Κυριακή βαρόμετρο της δεύτερης, καθώς κρίνεται βέβαιο πως δεν θα μπορέσει να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση και επομένως θα χρειαστεί εκ νέου προσφυγή στις κάλπες.

Το μείζον συνεπώς είναι να μην υπάρξει χαλαρή ψήφος στην κάλπη της απλής αναλογικής, μια καλή εκκίνηση δηλαδή, με συσπειρώσεις ικανές να βγάλουν νικητή στις επαναληπτικές. Όπως φυσικά εννοεί κάθε κόμμα τη νίκη. Στη ΝΔ ειδικότερα, όπου μετά τα Τέμπη παρουσιάζονται κάποια φαινόμενα αποσυσπείρωσης, το καλό «πρώτο ημίχρονο» θεωρείται μέγα ζητούμενο, καθώς θα δώσει την απαραίτητη δυναμική να περάσει «αέρα» το μήνυμα της αυτοδυναμίας στις δεύτερες εκλογές.

Αντιστοίχως και στον ΣΥΡΙΖΑ με φόντο τις δικές του επιδιώξεις. Η Κουμουνδούρου αν και παρουσιάζει αυξημένα ποσοστά συσπείρωσης σε σχέση με το κυβερνών κόμμα, εντούτοις θα χρειαστεί να εντείνει τις προσπάθειες για να διατηρηθεί κοντά στον πρώτο. Χωρίς βέβαια να αποκλείει κανείς ενδεχόμενο πρωτιάς για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στην κάλπη όλα παίζουν, όσο και αν οι πιθανότητες θεωρούνται λιγοστές.

Υπενθυμίζεται ότι σε περίπτωση που απαιτηθεί δεύτερη αναμέτρηση αυτή θα γίνει με τον εκλογικό νόμο του 2020, ο οποίος προβλέπει μπόνους για το πρώτο κόμμα, με το ποσοστό για την αυτοδυναμία να εκτιμάται ανάμεσα στο 37% με 38%, απολύτως εξαρτώμενο πάντως από τον αριθμό των κομμάτων που θα περάσουν τον πήχη του 3%.

NΔ: Υπάρxει ένα και μόνο ένα αποτέλεσμα

«Οι εκλογές που έχουμε μπροστά μας είναι πάρα πολύ κρίσιμες - και είναι μία εκλογή. Είναι η κάλπη της 21ης Μαΐου, η οποία θα δείξει μέσα από τη λαϊκή ψήφο και εντολή πού θέλουμε να πάει η χώρα». Στην παραπάνω διατύπωση, όπως εκφράστηκε από τον Άκη Σκέρτσο, συμπυκνώνεται η στρατηγική στην πλευρά της ΝΔ, με τις διπλές ή τριπλές κάλπες να αντιμετωπίζονται ως μία και καθοριστική εκλογική αναμέτρηση.

Το ιδανικό για το κυβερνών κόμμα θα ήταν να πάρει ποσοστό 33%+ που θα δίνει δυνατότητες να συγκεντρώσει στη δεύτερη άνω του 37%-38% για να πετύχει τελικά αυτοδυναμία. Το 33% θεωρείται βάση στον στόχο του Μαξίμου και όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό την πρώτη Κυριακή (λόγου χάρη 34%-35% ) τόσο πιο κοντά θα έρχεται στο ζητούμενο της συγκρότησης κυβέρνησης χωρίς την ανάγκη συγκολλητικών συνεργασιών.

nd1
 Αντιστρόφως, ποσοστό στο 30%-31% ή πιο κάτω θα σημαίνει ότι η ΝΔ απομακρύνεται αισθητά από τον στόχο της συγκρότησης αυτοδύναμης κυβέρνησης. Στην τελική έκβαση βέβαια πρέπει να ληφθεί υπόψη μια σειρά από παράγοντες, όπως η δυναμική της πρωτιάς αλλά και η διαφορά. Αν η διαφορά είναι κοντά στις δύο μονάδες, τότε θεωρείται προφανές ότι αυξάνονται οι πιθανότητες να υπάρξουν ανατροπές στη δεύτερη κάλπη, αν και ουδείς μπορεί να προκαταλάβει τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος. Σε αυτή την περίπτωση εγείρονται κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την επόμενη μέρα, καθώς το πώς πρέπει να κυβερνηθεί η χώρα θα εξελιχθεί σε περιπετειώδη γρίφο.

Σε τι ακριβώς ελπίζει ο Τσίπρας

Στον ΣΥΡΙΖΑ θεωρητικά το πλάνο που έχουν είναι για την πρώτη θέση στην αναμέτρηση της απλής αναλογικής, ώστε να ξεκινήσουν διαδικασίες στην κατεύθυνση της συγκρότησης προοδευτικής διακυβέρνησης -όπως λέγεται- με τη συμμετοχή τμήματος ή του όλου ΠΑΣΟΚ, χωρίς να απαιτηθεί προσφυγή σε νέα κάλπη.

Με βάση όμως όλες τις έρευνες της κοινής γνώμης, κανείς δεν περιμένει να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτος. Στην Κουμουνδούρου το ιδεατό σενάριο θα ήταν η αρχική αναμέτρηση να δώσει ποσοστό κοντά στο 30%- 31%, ισοδύναμο δηλαδή με αυτό που πήρε στις εκλογές του 2019. Δεν θα ήταν όμως διόλου δυσαρεστημένοι αν έρχονταν δεύτεροι με μικρότερα ποσοστά αλλά με διαφορά της τάξης του 1%-2%.

Τέτοιο ενδεχόμενο θα συνιστούσε νικηφόρο ξεκίνημα για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς αυτομάτως συντρίβεται η γενική εικόνα που θέλει τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Ταυτόχρονα θα δημιουργούσε μια άλλη δυναμική όσον αφορά τις δεύτερες εκλογές, αντιστρέφοντας υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ τον σημαντικό δείκτη της «παράστασης νίκης» που εντέλει κρίνει σε μεγάλο βαθμό τον τελικό νικητή (οι αναποφάσιστοι κατά κανόνα κατευθύνονται στο κόμμα-φαβορί για την πρωτιά). Ισόποσα θα ασκούσε πίεση σε έναν κόσμο αναποφάσιστων της Αριστεράς αλλά και στα δύο κόμματα της Βουλής, το ΜέΡΑ25 και το ΚΚΕ, έχοντας λαμβάνειν από εκεί.

Το ποσοστό που θα απογειώσει ή θα ισοπεδώσει τον Ανδρουλάκη

Στη Χαριλάου Τρικούπη η εκλογική αναμέτρηση της 21ης Μαΐου αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα. Το ΠΑΣΟΚ, με τα μεγάλα κενά στρατηγικής, τριχοτομημένο κατά βάση, μοιρασμένο σε αυτούς που θέλουν συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, σε εκείνους που κοιτάνε προς τον ΣΥΡΙΖΑ και σε ένα ακόμη, μικρότερο τμήμα, το οποίο επιδιώκει την αυτονομία του, θα κατέβει στις εκλογές με την πλάτη στον τοίχο. Εάν την 21η Μαΐου δεν καταφέρει να λάβει ισχυρό διψήφιο ποσοστό, τότε η συνέχεια στη δεύτερη κάλπη προβλέπεται επώδυνη έως συντριπτική. Η ηγεσία θέτει ως βάση εκκίνησης το 12%, το οποίο θεωρητικά συνιστά εφικτό στόχο.

Στην πράξη ωστόσο για να επιτευχθεί θέλει ιδρώτα και αίμα. Το ΚΙΝΑΛ θυμίζουμε ότι στις τελευταίες εκλογές έλαβε 8,1%, που σημαίνει ότι στη Χαριλάου Τρικούπη θα πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους για να πιάσουν τον στόχο, εν μέσω μάλιστα μιας πολιτικής συγκυρίας ακραίας πόλωσης που βολεύει τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όχι το ΠΑΣΟΚ. Από την άλλη, αν παραμείνει σε μονοψήφιο ποσοστό, τότε ακυρώνεται η ρητορική περί ισχυρής διψήφιας παρουσίας και η διαπραγματευτική δυνατότητα Ανδρουλάκη στο πεδίο των διερευνητικών για τον σχηματισμό κυβέρνησης με όσα συνεπάγονται. Σε κάθε περίπτωση, ποσοστό ισοδύναμο με του 2019, δηλαδή γύρω στο 8% ή πιο κάτω, θα σημάνει ότι το ΠΑΣΟΚ εισέρχεται σε μεγάλους μπελάδες, με κίνδυνο να εξαϋλωθεί κυριολεκτικά ως κομματικός σχηματισμός στην επαναληπτική αναμέτρηση.

Ποιοι θα δώσουν μάχη για να αποφύγουν τον «υποβιβασμό»

ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και ΜέΡΑ25 ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες.

Στον Περισσό ο επιθυμητός στόχος κινείται κοντά στο 7%-8%, δύο με τρεις μονάδες πάνω από τις τελευταίες εκλογές. Για να ξεκολλήσει από την καθήλωση του 5% από τη μία, αλλά και να μη δεχθεί πιέσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ, στην περίπτωση που η διαφορά της αξιωματικής αντιπολίτευσης με το κυβερνών κόμμα είναι μικρή. Αν παραμείνει όμως στο 5%, και πιέσεις θα δεχθεί και οι εξαγγελίες του Περισσού περί διεύρυνσης σε νέα ακροατήρια θα έχουν πάει περίπατο. Θα μιλάμε δηλαδή για στρατηγική ήττα. Η Ελληνική Λύση επιδιώκει να καρπωθεί εκλογική δύναμη από την οργή της κοινωνίας μετά την τραγωδία των Τεμπών. Δύσκολο όμως, καθώς δεν διαφαίνεται να το πετυχαίνει, τουλάχιστον από τις υπάρχουσες μετρήσεις. Στόχος ήταν και παραμένει ποσοστό στο 4% και άνω, καθώς δίνει στον Βελόπουλο στοιχειωδώς την ασφάλεια της νέας κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Τα πράγματα γίνονται δύσκολα αν παραμείνει στην περιοχή του 3%, καθώς στις επαναληπτικές θα απειληθεί ευθέως η είσοδός του στο Κοινοβούλιο. Το ίδιο ισχύει για το ΜέΡΑ25. Μη ενίσχυσή του, δηλαδή ποσοστό άνω του 3,4%, θα αυξήσει τις πιέσεις στη δεύτερη κάλπη με πολύ πιθανό ενδεχόμενο να βρεθεί εκτός Βουλής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ / Ρεπορτάζ: Σπύρος Κάραλης