«Καλύτερα ένα άθλιο τέλος παρά µια αθλιότητα χωρίς τέλος». Αυτή είναι µία από τις αγαπηµένες φράσεις του Καρλ Μαρξ, η οποία θα λέγαµε ότι ταιριάζει γάντι µε όσα συµβαίνουν τους τελευταίους µήνες στον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για µια παρατεταµένη περίοδο εκφυλισµού, η οποία (µοιάζει να) οδεύει προς το τέλος της. Είναι το περίφηµο «άθλιο τέλος» για το οποίο µίλησε ο Μαρξ, το οποίο στην περίπτωσή του αφορά στο τέλος του ΣΥΡΙΖΑ - όπως τον ξέραµε επί χρόνια.

Η πραγµατικότητα είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε την περίοδο της πιο ακραίας κρίσης που βίωσε η χώρα από τη µεταπολίτευση. Οταν επήλθε η κανονικότητα, φάνηκε πως δεν είχε λόγο ύπαρξης. Ή, έστω, πως δεν µπορούσε να ανταποκριθεί στη θέση όπου τον τοποθέτησαν οι πολίτες σε δύο διαδοχικές εκλογικές αναµετρήσεις, αυτήν της αξιωµατικής αντιπολίτευσης. Η γενέθλια ηµέρα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι εύκολο να βρεθεί. Παρότι είναι η µετεξέλιξη του Συνασπισµού, κατά πολλούς η ιδρυτική πράξη γεννήσεως είναι η 6η ∆εκεµβρίου 2008, η ηµέρα της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου. Είναι οι µέρες εκείνες που ο ΣΥΡΙΖΑ µετατράπηκε σε ένα κόµµα λαϊκής διαµαρτυρίας, δίνοντας κοινοβουλευτική νοµιµοποίηση στους βανδαλισµούς και τις καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας.

Σουπερµάρκετ

Η συνέχεια είναι προϊόν εκείνης της δραστικής αλλαγής φιλοσοφίας. Η ανοχή στη βία, η κουλτούρα διαµαρτυρίας, η άκριτη υιοθέτηση αιτηµάτων και η ταύτιση µε τις συντεχνίες αποτέλεσαν τα βασικά συστατικά του προϊόντος ΣΥΡΙΖΑ. Βοήθησε και το γεγονός πως στην ηγεσία του είχε έναν νέο και άφθαρτο πρόεδρο, φωτογενή, µε µεγάλες επικοινωνιακές αρετές και µοναδική ικανότητα επικοινωνίας µε τις µάζες. Η µανιχαϊστική αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο πρώτο µνηµόνιο ήρθε ως φυσικό επακόλουθο της µετάλλαξης. Η ψήφιση του δεύτερου µνηµονίου από τη Ν.∆. αποτέλεσε τη θρυαλλίδα των εξελίξεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ καρπώθηκε όλη την αντίδραση στα σκληρά µέτρα και έγινε ο υποδοχέας όχι µόνο των ψηφοφόρων, αλλά και των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν αναφορές στο λεγόµενο «βαθύ ΠΑΣΟΚ». Στις πλατείες των «αγανακτισµένων» έγινε και η ώσµωση µε τη λαϊκή και ακραία ∆εξιά. Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε το κόµµα της αντιπολιτικής, της µούντζας του Κοινοβουλίου, των προγραφών των πολιτικών του αντιπάλων. Κάπως έτσι ήρθε ως πολιτικό επακόλουθο η κυβερνητική συνεργασία µε τον Πάνο Καµµένο και το 36%. Μέσα σε λίγα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ, που το 2004 µπήκε στη Βουλή µε ποσοστό 3,02%, µετατράπηκε σε κυβερνών κόµµα. Βεβαίως, χωρίς ιδεολογικές αρχές, αλλά ως ένα «κόµµα σουπερµάρκετ», που στα ράφια του είχε από όλα. Το πόσο προγραµµατικά ανεπεξέργαστος ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε από τους πειραµατισµούς του πρώτου εξαµήνου του 2015, όταν η χώρα έφτασε στο χείλος της χρεοκοπίας.

Εκεί κρίθηκε

Ο Αλέξης Τσίπρας µετέτρεψε σε βροντερό «ναι» το «όχι» που του είπαν οι πολίτες σε ποσοστό 62% στο δηµοψήφισµα. Πολλοί πίστεψαν ότι η βίαιη ωρίµαση για την οποία είχε µιλήσει ο Γιάννης ∆ραγασάκης θα αποτυπωνόταν και στην κυβέρνηση που θα συγκροτούσε αµέσως µετά τις εθνικές εκλογές του Σεπτεµβρίου 2015. Φευ. Επέµεινε στην κυβερνητική συνεργασία µε τους ΑΝ.ΕΛ. Κατά πολλούς, εκεί κρίθηκε όλο το παιχνίδι για τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς επιβεβαιώθηκε η πλήρης ταύτιση µε το κόµµα του κ. Καµµένου. Λίγους µήνες µετά, τον Ιανουάριο του 2016, ήρθε η εκλογή Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.∆. Από τότε έως και σήµερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ούτε σε µία δηµοσκόπηση, πόσω µάλλον σε εκλογική αναµέτρηση, να περάσει τη Ν.∆. Ο Αλέξης Τσίπρας σε διάφορες φάσεις προσπάθησε να αλλάξει την εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ, να την εκσυγχρονίσει µε πιο φρέσκα πρόσωπα, να ανοιχτεί στην Κεντροαριστερά. Η Συµφωνία των Πρεσπών αποτέλεσε µια καλή αφορµή να έρθει σε επαφή µε πιο προοδευτικά ακροατήρια και να προσθέσει στον τίτλο του κόµµατός του το «Προοδευτική Συµµαχία».

Ο εκφυλισµός του Κοινοβουλίου το διάστηµα της ψηφοφορίας για το Μακεδονικό, µε τις µεταγραφές βουλευτών, τις δηλώσεις βουλευτών των ΑΝ.ΕΛ. και τα πυρά Καµµένου κατά Κοτζιά, ακύρωσε κάθε προσπάθεια αλλαγής φυσιογνωµίας. Ακόµα και έτσι, όµως, το 31,5% που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές του 2019 αντιµετωπίστηκε ως νίκη. Και θεωρητικά ήταν η οριστική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στο γήπεδο της Κεντροαριστεράς. Η «νίκη» εντέλει δεν αποδείχθηκε απλώς πύρρειος, αλλά άνευ σηµασίας. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν ανέλαβε καµία πρωτοβουλία την περίοδο 2019-2023, υιοθετώντας µια αστεία λογική αντιπολίτευσης, π.χ. τα υβριστικά συνθήµατα κατά του κ. Μητσοτάκη, εκτιµώντας ότι η Ν.∆. θα πέσει σαν ώριµο φρούτο. Μεγάλη ζηµιά τού έκαναν και τα πισωγυρίσµατα µε τον Π. Πολάκη, που για χρόνια λογιζόταν ως η φωνή του κόµµατος.

Το επιστέγασµα

Το 17% στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου ήταν το επιστέγασµα της ακινησίας που είχε επιλέξει ο κ. Τσίπρας και της αδυναµίας του να µετεξελίξει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σύγχρονο κεντροαριστερό κόµµα. Η παραίτησή του από την ηγεσία ήρθε ως επακόλουθο της δεινής ήττας. Η αίσθηση ήταν διάχυτη πως η Εφη Αχτσιόγλου θα τον διαδεχόταν. ∆ιαψεύστηκαν οι πάντες και ένας άγνωστος από την Αµερική, ονόµατι Στέφανος Κασσελάκης, εκλέχτηκε πανηγυρικά πρόεδρος. Τα γεγονότα από τότε πήραν καταιγιστικό χαρακτήρα µε την αποχώρηση της οµάδας Αχτσιόγλου και της οµάδας Τσακαλώτου. Ηταν θέµα χρόνου να συγκρουστεί ο Τσίπρας µε τον Κασσελάκη. Αλλωστε, µοιάζει µε ένα προϊόν του οποίου η εταιρεία έχει κλείσει και απλώς η αντιπροσωπεία προσπαθεί να κρατηθεί ανοιχτή. Μάταια.

Δημοσιεύθηκε στην Απογεματινή της Κυριακής