Τα βήματα Μητσοτάκη στη ΝΔ: Από τις εσωκομματικές εκλογές του 2015 μέχρι την πρωθυπουργία και το μόνιμο προβάδισμα σε κάλπες και δημοσκοπήσεις
Υπέγραψε την ανασυγκρότηση και την απόλυτη κυριαρχία
Δέκα χρόνια μετά την ανάληψη της ηγεσίας της ΝΔ από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το προβάδισμα σε όλες ανεξαιρέτως τις μετρήσεις είναι σταθερά υπέρ του κυβερνώντος κόμματος
Τον Δεκέμβριο του 2015, η Νέα Δημοκρατία βρισκόταν σε μία από τις πιο δύσκολες και συνάμα κρίσιμες στιγμές στη σαραντάχρονη τότε ιστορία της. Μέσα στο ίδιο έτος είχε χάσει δύο συνεχόμενες εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις, είχε επιλέξει την πλευρά που ηττήθηκε στο δημοψήφισμα και είχε αλλάξει, για πρώτη φορά μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, τρεις αρχηγούς, και μάλιστα χωρίς να στηθούν εσωκομματικές κάλπες: Ο Αντώνης Σαμαράς παρέμεινε στην προεδρία του κόμματος, παρά την ήττα στις εκλογές του Ιανουαρίου, μετά την επικράτηση του «Όχι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου παρέδωσε την ηγεσία στον Ευάγγελο Μεϊμαράκη, ο οποίος την παρέδωσε προσωρινά στον Γιάννη Πλακιωτάκη, μετά το φιάσκο της ακύρωσης του πρώτου γύρου των εσωκομματικών εκλογών στις 22 Νοεμβρίου λόγω τεχνικού προβλήματος. Μέσα σε δέκα μήνες η Ν.Δ. είχε αλλάξει τόσους προέδρους όσους είχε αλλάξει τα προηγούμενα είκοσι χρόνια, ενώ ταυτόχρονα είχε περάσει μία δεκαπενταετία από την τελευταία φορά που ηττήθηκε σε δύο συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις. Οι εσωκομματικές εκλογές έγιναν, τελικά, στις 20 Δεκεμβρίου, με τέσσερις υποψηφίους (με τη σειρά κατάταξης στον α’ γύρο): Ευάγγελος Μεϊμαράκης, Κυριάκος Μητσοτάκης, Απόστολος Τζιτζικώστας, Αδωνις Γεωργιάδης. Ο κ. Μεϊμαράκης, που εκπροσωπούσε την πιο «παραδοσιακή» και συντηρητική πτέρυγα της Ν.Δ., και ο κ. Μητσοτάκης, που εκπροσωπούσε την πιο νεωτερική και περισσότερο φιλελεύθερη, πέρασαν στον δεύτερο γύρο, που διεξήχθη σαν σήμερα πριν από δέκα χρόνια ακριβώς.
Πώς ξεκίνησε η πολιτική κυριαρχία που πέτυχε η ΝΔ τα τελευταία 10 χρόνια
Λίγες ημέρες νωρίτερα, την παραμονή των Χριστουγέννων του 2015, είχε δημοσιευθεί η τελευταία δημοσκόπηση εκείνης της χρονιάς, η οποία έδινε διαφορά περίπου μίας μονάδας υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, που προηγείτο με 20,6% στην πρόθεση ψήφου έναντι 19,8% της Ν.Δ. Στις 10 Ιανουαρίου του 2016, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικράτησε με 52,43% και 173.297 ψήφους έναντι του Ευάγγελου Μεϊμαράκη, που συγκέντρωσε 47,57% και 157.224 ψήφους. Ενα από τα αξιοσημείωτα της αναμέτρησης εκείνης ήταν ότι ο υποψήφιος που εξελέγη τελικά δεν είχε υποστηριχθεί πριν από τον πρώτο γύρο ανοιχτά ούτε από έναν βουλευτή του κόμματος, καθώς ακόμα και η Ντόρα Μπακογιάννη είχε εκδηλώσει την προτίμησή της στο πρόσωπο του κ. Μεϊμαράκη. Το Σάββατο 16 Ιανουαρίου τα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» δημοσίευσαν την πρώτη δημοσκόπηση μετά την εκλογή νέου προέδρου στο τότε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η Ν.Δ. απέκτησε για πρώτη φορά προβάδισμα, και μάλιστα 3,7 μονάδων, έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, με 23,6% έναντι 19,9%, αλλά και προβάδισμα στην παράσταση νίκης με ποσοστό 42% έναντι 41% του ΣΥΡΙΖΑ.
Από τότε μέχρι και σήμερα, δέκα χρόνια μετά την ανάληψη της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας από τον κ. Μητσοτάκη, το προβάδισμα σε όλες ανεξαιρέτως τις μετρήσεις -και φυσικά στις κάλπες των βουλευτικών εκλογών του 2019 και του 2023 και των ευρωεκλογών του 2019 και του 2024- είναι σταθερά υπέρ της Ν.Δ., ενώ ο ίδιος είναι πλέον δεύτερος μακροβιότερος πρόεδρος στην ιστορία της «γαλάζιας» παράταξης μετά τον Κώστα Καραμανλή.
Πώς ξεκίνησε, όμως, και πώς εξελίχθηκε αυτή η πολιτική κυριαρχία που πέτυχε η Ν.Δ. μέσα σε αυτή τη δεκαετή περίοδο, που ναι μεν έχει φθίνει σημαντικά, έχει ωστόσο παραμείνει ισχυρή; Πρώτο μέλημα τότε, δέκα χρόνια πίσω, ήταν η ενότητα του κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία έχει ουσιαστικά μια παράδοση εσωκομματικών αναταραχών μετά την εκλογή νέου προέδρου: Ο Κωστής Στεφανόπουλος (ηττήθηκε το 1984 από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη) αποχώρησε και ίδρυσε τη ΔΗ.ΑΝΑ., ο Γιώργος Σουφλιάς (ηττήθηκε το 1997 από τον Κώστα Καραμανλή) διεγράφη την επόμενη χρονιά, η Ντόρα Μπακογιάννη (ηττήθηκε το 2009 από τον Αντώνη Σαμαρά) διεγράφη επίσης και ίδρυσε τη Δημοκρατική Συμμαχία.
Τα σημεία-"κλειδιά"
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέπτυξε μια σταθερά καλή σχέση και συνεργασία την πρώτη επταετία με τους κ. Καραμανλή, Σαμαρά και Μεϊμαράκη, με τον τελευταίο μάλιστα να γίνεται πρόεδρος του πρώτου, μετά τις εσωκομματικές, Συνεδρίου της Ν.Δ., να μπαίνει επικεφαλής στη μάχη των ευρωεκλογών του Μαΐου του 2019 και να είναι έκτοτε ευρωβουλευτής. Οι σχέσεις του με τον Κώστα Καραμανλή και τον Αντώνη Σαμαρά πήραν την κατιούσα την τελευταία τριετία, ωστόσο, παρά τη σχετική σεναριολογία, κανένα νέο κόμμα ή σχηματισμός δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Ως προς τους τότε αντιπάλους του στις εκλογές, ο Αδωνις Γεωργιάδης έχει σταθερά υπουργικό θώκο από το 2019, ενώ ο Απόστολος Τζιτζικώστας ήταν η επιλογή του πρωθυπουργού για τη θέση του επιτρόπου της Ελλάδας στην Κομισιόν το 2024.
Ένα δεύτερο σημείο-«κλειδί» ήταν η οργανωτική ανασυγκρότηση και το «νοικοκύρεμα» της Νέας Δημοκρατίας, που σήμερα, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, διαθέτει περισσότερα από 100.000 μέλη, απέκτησε γρήγορα νέα γραφεία στην οδό Πειραιώς, τα κομματικά όργανα (πολιτική επιτροπή, εκτελεστική επιτροπή, Συνέδριο) μπήκαν σε μια διαδικασία τακτικότερων συνεδριάσεων και με το λεγόμενο Μητρώο Στελεχών και με άλλες κινήσεις έγινε εφικτή σε σημαντικό βαθμό μια στελεχιακή ανανέωση, στην οποία βοήθησε βέβαια και η άνοδος και παραμονή της Ν.Δ. στην εξουσία.
Ένα τρίτο και ξεχωριστό σημείο είναι η πολιτική στρατηγική, που χωρίζεται σε τρεις μεγάλες περιόδους: Την περίοδο 2015-2019, ως αξιωματική αντιπολίτευση, με μία επίμονη καμπάνια με άξονες τη μείωση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, την ελάφρυνση της μεσαίας τάξης και την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας. Την περίοδο 2019-2023, ως κυβέρνηση πλέον, όπου διαχειρίστηκε μεγάλες κρίσεις, με πρώτη αυτή του Μεταναστευτικού-Προσφυγικού και δεύτερη τα γεγονότα στον Εβρο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πανδημία του κορονοϊού. Ταυτόχρονα προχώρησε στην ψήφιση και υλοποίηση µεταρρυθµίσεων, µε αιχμή του δόρατος, μεταξύ άλλων, την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του Δημοσίου, τις μειώσεις άμεσων και έμμεσων φόρων, τις αλλαγές στα εργασιακά, τη μεταρρύθμιση στη σχολική και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τις συμφωνίες για ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο. Και την τρίτη περίοδο, μετά τις εκλογές του 2023, όπου επανεξελέγη, με υψηλότερο μάλιστα ποσοστό απ' ό,τι είχε λάβει το 2019 (40,56% έναντι 39,85%), και έκτοτε, μέσα στην πολιτική δίνη της ισότητας στον γάμο, της συνεχιζόμενης ακρίβειας και του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, διατηρεί τη δημοσκοπική πρωτιά, σε αρκετά χαμηλότερα, ωστόσο, ποσοστά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En