Η βασική αρχιτεκτονική του ελληνικού κομματικού συστήματος συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από τη σταθερή υπεροχή της Ν.Δ., παρά τις αρνητικές αξιολογήσεις για τις εφαρμοζόμενες πολιτικές της. Η κυβερνητική παράταξη ολοκλήρωσε τη χρονιά που πέρασε με καταγεγραμμένη φθορά, ωστόσο αυτό που θα πρέπει να σημειώσουμε είναι ένα μάλλον πρωτοφανές για τα ελληνικά δημοσκοπικά δεδομένα ρεκόρ, αφού η Ν.Δ. και ο Κ. Μητσοτάκης κλείνουν την ένατη χρονιά από το 2016 που καταγράφονται ως πρώτη δύναμη όχι μόνο σε όλες τις μετρήσεις της GPO, αλλά και στην πλειονότητα των ερευνών κοινής γνώμης που έχουν δει το φως της δημοσιότητας την τελευταία δεκαετία.

Δεν υπάρχουν στοιχεία για περασμένες περιόδους, ωστόσο από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, που διαθέτουμε μια συστηματική ερευνητική καταγραφή της εκλογικής συμπεριφοράς, δεν έχει παρουσιαστεί ξανά ένα τέτοιο φαινόμενο δημοσκοπικής κυριαρχίας. Το γεγονός αποδεικνύει το πολιτικό βάθος και τη σχέση εμπιστοσύνης που έχει καταφέρει να δημιουργήσει με μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η ηγεσία του Κ. Μητσοτάκη, εξηγεί όμως ταυτόχρονα, ως έναν βαθμό, και το αίσθημα κόπωσης που προκαλεί στο εκλογικό σώμα μια τέτοια μακρόχρονη, συνεχιζόμενη και αδιάλειπτη πολιτική ηγεμονία. Ο Κ. Μητσοτάκης ξεκίνησε ως outsider την κούρσα των εσωκομματικών εκλογών τον Δεκέμβρη του 2015, μεταξύ όμως πρώτου και δεύτερου γύρου δημιούργησε ένα αξιοσημείωτο ρεύμα υπέρ του, εμφανιζόμενος ως ο φορέας της πολιτικής αλλαγής που είχε ανάγκη το κόμμα του. Μετριοπαθής, σύγχρονος, με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ξεχώρισε από τους συνυποψήφιούς του και έδωσε ελπίδα στο απογοητευμένο νεοδημοκρατικό κοινό, το οποίο, με συγκεκριμένη στρατηγική και πολιτική στόχευση, κατάφερε να διευρύνει την επόμενη τριετία.

Συντονίστηκε με τις επιθυμίες της κοινωνίας, η οποία έβγαινε κουρασμένη από τη μνημονιακή περιπέτεια, και εξέφρασε τις ελπίδες της για μια πορεία σταθερότητας, ανάκαμψης και προοπτικής

Η πρώτη φάση της προεδρίας Μητσοτάκη 2016-2019 έως και τις εθνικές εκλογές χαρακτηρίζεται ακριβώς από αυτήν τη διεύρυνση του εκλογικού ακροατηρίου, το οποίο είχε συρρικνωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Η κυριαρχία του δεν περιορίστηκε στα στενά κομματικά πλαίσια, αφού ο ίδιος κατάφερε να πείσει και να καταστεί ο εκφραστής ενός πολιτικού ρεύματος μειοψηφικού τα προηγούμενα χρόνια. Αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία και ταυτόχρονα κληρονομιά του σημερινού πρωθυπουργού: κατάφερε να καταστήσει τη Ν.Δ. και την πολιτική της πλειοψηφικό ρεύμα εντός της ελληνικής κοινωνίας.

Κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης η Ν.Δ. είχε κερδίσει πολλές φορές, με σημαντικά μάλιστα ποσοστά. Πάντοτε όμως υπήρχε η αίσθηση ότι το κυρίαρχο πολιτικά και ιδεολογικά ρεύμα ήταν το ΠΑΣΟΚ και, κατά τη διάρκεια των μνημονιακών χρόνων, ο ΣΥΡΙΖΑ. Για πρώτη φορά μετά την αρχική μεταπολιτευτική περίοδο Καραμανλή η Ν.Δ. έγινε η κυρίαρχη ιδεολογική τάση στην ελληνική κοινωνία, με την επιρροή της να ξεπερνά κατά πολύ τα παραδοσιακά δεξιά και συντηρητικά στεγανά της. Ο Κ. Μητσοτάκης πρώτα επικράτησε ιδεολογικά και στη συνέχεια εκλογικά. Συντονίστηκε με τις επιθυμίες της κοινωνίας, που έβγαινε απογοητευμένη και κουρασμένη από τη μνημονιακή περιπέτεια, και εξέφρασε τις ελπίδες της για μια πορεία σταθερότητας, ανάκαμψης και προοπτικής. Σήμερα, 10 χρόνια μετά, ο Κ. Μητσοτάκης υφίσταται τη φυσιολογική φθορά της πολυετούς του παρουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου. Συνεχίζει όμως να προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις, στις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, κατέγραφε πάντοτε χαμηλότερα ποσοστά από αυτά που του έδινε τελικά η κάλπη.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά